HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ντεραπάρω — definition

Conjugation of ντεραπάρω

Regular CEFR B2
de.ɾaˈpa.ɾo

κομπιάζω, κάνω σαρδάμ, δεν έχω έμπνευση, κολλάω ή ξεχνώ ρίμες καθώς ραπάρω, κακοραπάρω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ντεραπάρω (ντελαπάρω →)
εσύ ντεραπάρεις
αυτός / αυτή / αυτό ντεραπάρει
εμείς ντεραπάρουμε
εσείς ντεραπάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά ντεραπάρουν
Παρατατικός
εγώ ντεραπάριζα
εσύ ντεραπάριζες
αυτός / αυτή / αυτό ντεραπάριζε
εμείς ντεραπάραμε
εσείς ντεραπάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά ντεραπάριζαν
Αόριστος
εγώ ντεραπάρισα
εσύ ντεραπάρισες
αυτός / αυτή / αυτό ντεραπάρισε
εμείς ντεραπάραμε
εσείς ντεραπάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά ντεραπάρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ντεραπάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ντεραπάρω
εσύ ντεραπάρεις
αυτός / αυτή / αυτό ντεραπάρει
εμείς ντεραπάρουμε
εσείς ντεραπάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά ντεραπάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ντεραπάριζε
εσείς ντεραπάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ντεραπάρισε
εσείς ντεραπάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
ντεραπάρει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary