Meaning of ντεραπάρω | Babel Free
/de.ɾaˈpa.ɾo/Ορισμοί
- γλιστρώ και ξεφεύγω από την πορεία μου
-
κομπιάζω, κάνω σαρδάμ, δεν έχω έμπνευση, κολλάω ή ξεχνώ ρίμες καθώς ραπάρω, κακοραπάρω figuratively
Ισοδύναμα
English
keel over
Παραδείγματα
“Δύο αμάξια ντεραπάρισαν αλλά δεν υπήρξαν θύματα.”
Two cars skidded over but there were no victims.
“το αυτοκίνητο ντεραπάρισε στο οδόστρωμα και ανετράπη”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.