Conjugation of μαρτυρώ
maɾ.tiˈɾoκαταθέτω τη μαρτυρία μου σε δικαστήριο, καταθέτω για γεγονότα που γνωρίζω (σε δίκη ή επίλυση διαφορών) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μαρτυρώ - μαρτυράω |
| εσύ | μαρτυρείς - μαρτυράς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαρτυρεί - μαρτυράει |
| εμείς | μαρτυρούμε - μαρτυράμε |
| εσείς | μαρτυρείτε - μαρτυράτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαρτυρούν - μαρτυράνε |
Παρατατικός
| εγώ | μαρτυρούσα - μαρτύραγα |
| εσύ | μαρτυρούσες - μαρτύραγες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαρτυρούσε - μαρτύραγε |
| εμείς | μαρτυρούσαμε - μαρτυράγαμε |
| εσείς | μαρτυρούσατε - μαρτυράγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαρτυρούσαν - μαρτύραγαν |
Αόριστος
| εγώ | μαρτύρησα |
| εσύ | μαρτύρησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαρτύρησε |
| εμείς | μαρτυρήσαμε |
| εσείς | μαρτυρήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαρτύρησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μαρτυρήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μαρτυρήσω |
| εσύ | μαρτυρήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαρτυρήσει |
| εμείς | μαρτυρήσουμε |
| εσείς | μαρτυρήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαρτυρήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | μαρτύρα |
| εσείς | μαρτυρείτε - μαρτυράτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μαρτύρησε |
| εσείς | μαρτυρήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μαρτυρήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μαρτυρούμαι - μαρτυριέμαι |
| εσύ | μαρτυρείσαι - μαρτυριέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαρτυρείται - μαρτυριέται |
| εμείς | μαρτυρούμαστε - μαρτυριόμαστε |
| εσείς | μαρτυρείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαρτυρούνται - μαρτυριούνται |
Παρατατικός
| εγώ | [μαρτυρούμουν]² - μαρτυριόμουν |
| εσύ | [μαρτυρούσουν] - μαρτυριόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαρτυρούνταν -μαρτυριόταν |
| εμείς | μαρτυρούμασταν |
| εσείς | [μαρτυρούσασταν, (‑ούσαστε)]² - μαρτυριόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαρτυρούνταν - μαρτυριόνταν |
Αόριστος
| εγώ | μαρτυρήθηκα |
| εσύ | μαρτυρήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαρτυρήθηκε |
| εμείς | μαρτυρηθήκαμε |
| εσείς | μαρτυρηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαρτυρήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μαρτυρηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μαρτυρηθώ |
| εσύ | μαρτυρηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαρτυρηθεί |
| εμείς | μαρτυρηθούμε |
| εσείς | μαρτυρηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαρτυρηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | μαρτυρείστε - μαρτυριέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μαρτυρήσου |
| εσείς | μαρτυρηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μαρτυρηθεί |