HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μαρτυρώ — definition

Conjugation of μαρτυρώ

Regular CEFR B1
maɾ.tiˈɾo

καταθέτω τη μαρτυρία μου σε δικαστήριο, καταθέτω για γεγονότα που γνωρίζω (σε δίκη ή επίλυση διαφορών) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μαρτυρώ - μαρτυράω
εσύ μαρτυρείς - μαρτυράς
αυτός / αυτή / αυτό μαρτυρεί - μαρτυράει
εμείς μαρτυρούμε - μαρτυράμε
εσείς μαρτυρείτε - μαρτυράτε
αυτοί / αυτές / αυτά μαρτυρούν - μαρτυράνε
Παρατατικός
εγώ μαρτυρούσα - μαρτύραγα
εσύ μαρτυρούσες - μαρτύραγες
αυτός / αυτή / αυτό μαρτυρούσε - μαρτύραγε
εμείς μαρτυρούσαμε - μαρτυράγαμε
εσείς μαρτυρούσατε - μαρτυράγατε
αυτοί / αυτές / αυτά μαρτυρούσαν - μαρτύραγαν
Αόριστος
εγώ μαρτύρησα
εσύ μαρτύρησες
αυτός / αυτή / αυτό μαρτύρησε
εμείς μαρτυρήσαμε
εσείς μαρτυρήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μαρτύρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαρτυρήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μαρτυρήσω
εσύ μαρτυρήσεις
αυτός / αυτή / αυτό μαρτυρήσει
εμείς μαρτυρήσουμε
εσείς μαρτυρήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά μαρτυρήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μαρτύρα
εσείς μαρτυρείτε - μαρτυράτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μαρτύρησε
εσείς μαρτυρήστε
Απαρέμφατο αορίστου
μαρτυρήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μαρτυρούμαι - μαρτυριέμαι
εσύ μαρτυρείσαι - μαρτυριέσαι
αυτός / αυτή / αυτό μαρτυρείται - μαρτυριέται
εμείς μαρτυρούμαστε - μαρτυριόμαστε
εσείς μαρτυρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά μαρτυρούνται - μαρτυριούνται
Παρατατικός
εγώ [μαρτυρούμουν]² - μαρτυριόμουν
εσύ [μαρτυρούσουν] - μαρτυριόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μαρτυρούνταν -μαρτυριόταν
εμείς μαρτυρούμασταν
εσείς [μαρτυρούσασταν, (‑ούσαστε)]² - μαρτυριόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μαρτυρούνταν - μαρτυριόνταν
Αόριστος
εγώ μαρτυρήθηκα
εσύ μαρτυρήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό μαρτυρήθηκε
εμείς μαρτυρηθήκαμε
εσείς μαρτυρηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μαρτυρήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαρτυρηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μαρτυρηθώ
εσύ μαρτυρηθείς
αυτός / αυτή / αυτό μαρτυρηθεί
εμείς μαρτυρηθούμε
εσείς μαρτυρηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μαρτυρηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μαρτυρείστε - μαρτυριέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μαρτυρήσου
εσείς μαρτυρηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μαρτυρηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary