HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μαθεύομαι — definition

Conjugation of μαθεύομαι

Regular CEFR B2
maˈθe.vo.me

διαδίδεται η φήμη Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μαθεύομαι
εσύ μαθεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό μαθεύεται
εμείς μαθευόμαστε
εσείς μαθεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά μαθεύονται
Παρατατικός
εγώ μαθευόμουν
εσύ μαθευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μαθευόταν
εμείς μαθευόμασταν
εσείς μαθευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μαθεύονταν
Αόριστος
εγώ μαθεύτηκα
εσύ μαθεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό μαθεύτηκε
εμείς μαθευτήκαμε
εσείς μαθευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μαθεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαθευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μαθευτώ
εσύ μαθευτείς
αυτός / αυτή / αυτό μαθευτεί
εμείς μαθευτούμε
εσείς μαθευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μαθευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μαθεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μαθέψου
εσείς μαθευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μαθευτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary