Meaning of μαθεύομαι | Babel Free
/maˈθe.vo.me/Ορισμοί
- γίνεται γνωστό
- διαδίδεται η φήμη
Ισοδύναμα
English
Transpire
Παραδείγματα
“Τα νέα μαθεύονται γρήγορα.”
News become known (spread) fast.
“Δεν μαθεύτηκε τίποτα, το κρατούν όλοι επτασφράγιστο μυστικό.”
Nothing was made known, everyone keeps is it as a closely guarded secret.
“see: μαθεύεται (mathévetai), μαθεύτηκε (mathéftike)”
“Δε μαθεύτηκε τίποτα. Το κρατούν όλοι επτασφράγιστο μυστικό.”
“Η αλήθεια πάντα μαθεύεται.”
“Μόλις μαθεύτηκε ότι παραιτήθηκε ο πρόεδρος.”
“Μαθεύεται ότι θα παντρευτείς· αληθεύει;”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.