Conjugation of λύνω
ˈli.noεπιλύω, βρίσκω την απάντηση σε μαθηματικό πρόβλημα, σε μυστήριο ή παιχνίδι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | λύνω (λύω →) |
| εσύ | λύνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | λύνει |
| εμείς | λύνουμε |
| εσείς | λύνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λύνουν |
Παρατατικός
| εγώ | έλυνα |
| εσύ | έλυνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έλυνε |
| εμείς | λύναμε |
| εσείς | λύνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έλυναν |
Αόριστος
| εγώ | έλυσα |
| εσύ | έλυσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έλυσε |
| εμείς | λύσαμε |
| εσείς | λύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έλυσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα λύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | λύσω |
| εσύ | λύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | λύσει |
| εμείς | λύσουμε |
| εσείς | λύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | λύνε |
| εσείς | λύνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | λύσε |
| εσείς | λύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | λύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | λύνομαι |
| εσύ | λύνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | λύνεται |
| εμείς | λυνόμαστε |
| εσείς | λύνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λύνονται |
Παρατατικός
| εγώ | λυνόμουν |
| εσύ | λυνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | λυνόταν |
| εμείς | λυνόμασταν |
| εσείς | λυνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λύνονταν |
Αόριστος
| εγώ | λύθηκα |
| εσύ | λύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | λύθηκε |
| εμείς | λυθήκαμε |
| εσείς | λυθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λύθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα λυθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | λυθώ |
| εσύ | λυθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | λυθεί |
| εμείς | λυθούμε |
| εσείς | λυθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λυθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | λύνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | λύσου |
| εσείς | λυθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | λυθεί |