HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← λύνω — definition

Conjugation of λύνω

Regular CEFR C2
ˈli.no

επιλύω, βρίσκω την απάντηση σε μαθηματικό πρόβλημα, σε μυστήριο ή παιχνίδι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λύνω (λύω →)
εσύ λύνεις
αυτός / αυτή / αυτό λύνει
εμείς λύνουμε
εσείς λύνετε
αυτοί / αυτές / αυτά λύνουν
Παρατατικός
εγώ έλυνα
εσύ έλυνες
αυτός / αυτή / αυτό έλυνε
εμείς λύναμε
εσείς λύνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έλυναν
Αόριστος
εγώ έλυσα
εσύ έλυσες
αυτός / αυτή / αυτό έλυσε
εμείς λύσαμε
εσείς λύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έλυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λύσω
εσύ λύσεις
αυτός / αυτή / αυτό λύσει
εμείς λύσουμε
εσείς λύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά λύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ λύνε
εσείς λύνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λύσε
εσείς λύστε
Απαρέμφατο αορίστου
λύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λύνομαι
εσύ λύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό λύνεται
εμείς λυνόμαστε
εσείς λύνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά λύνονται
Παρατατικός
εγώ λυνόμουν
εσύ λυνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό λυνόταν
εμείς λυνόμασταν
εσείς λυνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά λύνονταν
Αόριστος
εγώ λύθηκα
εσύ λύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό λύθηκε
εμείς λυθήκαμε
εσείς λυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά λύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λυθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λυθώ
εσύ λυθείς
αυτός / αυτή / αυτό λυθεί
εμείς λυθούμε
εσείς λυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά λυθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς λύνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λύσου
εσείς λυθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
λυθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary