HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← λαλώ — definition

Conjugation of λαλώ

Regular CEFR B1
laˈlo

μορφή του λαλάω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λαλώ - λαλάω
εσύ λαλείς - λαλάς
αυτός / αυτή / αυτό λαλεί - λαλάει
εμείς λαλούμε - λαλάμε
εσείς λαλείτε - λαλάτε
αυτοί / αυτές / αυτά λαλούν - λαλάνε
Παρατατικός
εγώ λαλούσα - λάλαγα
εσύ λαλούσες - λάλαγες
αυτός / αυτή / αυτό λαλούσε - λάλαγε
εμείς λαλούσαμε - λαλάγαμε
εσείς λαλούσατε - λαλάγατε
αυτοί / αυτές / αυτά λαλούσαν - λάλαγαν
Αόριστος
εγώ λάλησα
εσύ λάλησες
αυτός / αυτή / αυτό λάλησε
εμείς λαλήσαμε
εσείς λαλήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά λάλησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λαλήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λαλήσω
εσύ λαλήσεις
αυτός / αυτή / αυτό λαλήσει
εμείς λαλήσουμε
εσείς λαλήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά λαλήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ λάλα
εσείς λαλείτε - λαλάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λάλησε
εσείς λαλήστε
Απαρέμφατο αορίστου
λαλήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λαλούμαι - λαλιέμαι
εσύ λαλείσαι - λαλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό λαλείται - λαλιέται
εμείς λαλούμαστε - λαλιόμαστε
εσείς λαλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά λαλούνται - λαλιούνται
Παρατατικός
εγώ [λαλούμουν]² - λαλιόμουν
εσύ [λαλούσουν] - λαλιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό λαλούνταν -λαλιόταν
εμείς λαλούμασταν
εσείς [λαλούσασταν, (‑ούσαστε)]² - λαλιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά λαλούνταν - λαλιόνταν
Αόριστος
εγώ λαλήθηκα
εσύ λαλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό λαλήθηκε
εμείς λαληθήκαμε
εσείς λαληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά λαλήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λαληθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λαληθώ
εσύ λαληθείς
αυτός / αυτή / αυτό λαληθεί
εμείς λαληθούμε
εσείς λαληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά λαληθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς λαλείστε - λαλιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λαλήσου
εσείς λαληθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
λαληθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary