Conjugation of λαμβάνω
[laɱˈva.no]εντοπίζω επιθυμητό σήμα (όπως από ασύρματο) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | λαμβάνω |
| εσύ | λαμβάνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | λαμβάνει |
| εμείς | λαμβάνουμε |
| εσείς | λαμβάνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λαμβάνουν |
Παρατατικός
| εγώ | λάμβανα |
| εσύ | λάμβανες |
| αυτός / αυτή / αυτό | λάμβανε |
| εμείς | λαμβάναμε |
| εσείς | λαμβάνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λάμβαναν |
Αόριστος
| εγώ | έλαβα |
| εσύ | έλαβες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έλαβε |
| εμείς | λάβαμε |
| εσείς | λάβατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έλαβαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα λάβω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | λάβω |
| εσύ | λάβεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | λάβει |
| εμείς | λάβουμε |
| εσείς | λάβετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λάβουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | λάμβανε |
| εσείς | λαμβάνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | λάβε |
| εσείς | λάβετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | λάβει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | λαμβάνομαι |
| εσύ | λαμβάνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | λαμβάνεται |
| εμείς | λαμβανόμαστε |
| εσείς | λαμβάνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λαμβάνονται |
Παρατατικός
| εγώ | λαμβανόμουν |
| εσύ | λαμβανόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | λαμβανόταν |
| εμείς | λαμβανόμασταν |
| εσείς | λαμβανόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λαμβάνονταν |
Αόριστος
| εγώ | λήφθηκα |
| εσύ | λήφθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | λήφθηκε |
| εμείς | ληφθήκαμε |
| εσείς | ληφθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λήφθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ληφθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ληφθώ |
| εσύ | ληφθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ληφθεί |
| εμείς | ληφθούμε |
| εσείς | ληφθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ληφθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | λαμβάνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | ληφθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ληφθεί |