HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κωλύω — definition

Conjugation of κωλύω

Regular CEFR B1
koˈli.o

εμποδίζω, βάζω εμπόδιο, αποτελώ εμπόδιο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κωλύω
εσύ κωλύεις
αυτός / αυτή / αυτό κωλύει
εμείς κωλύουμε
εσείς κωλύετε
αυτοί / αυτές / αυτά κωλύουν[ε]
Παρατατικός
εγώ κώλυα
εσύ κώλυες
αυτός / αυτή / αυτό κώλυε
εμείς κωλύαμε
εσείς κωλύατε
αυτοί / αυτές / αυτά κώλυαν
Αόριστος
εγώ κώλυσα
εσύ κώλυσες
αυτός / αυτή / αυτό κώλυσε
εμείς κωλύσαμε
εσείς κωλύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κώλυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κωλύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κωλύσω
εσύ κωλύσεις
αυτός / αυτή / αυτό κωλύσει
εμείς κωλύσουμε
εσείς κωλύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κωλύσουν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κώλυε
εσείς κωλύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κώλυσε
εσείς κωλύστε
Απαρέμφατο αορίστου
κωλύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κωλύομαι
εσύ κωλύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κωλύεται
εμείς κωλυόμαστε
εσείς κωλύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κωλύονται
Παρατατικός
εγώ κωλυόμουν[α]
εσύ κωλυόσουν[α]
αυτός / αυτή / αυτό κωλυόταν[ε]
εμείς κωλυόμασταν
εσείς κωλυόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κωλύονταν
Αόριστος
εγώ κωλύθηκα
εσύ κωλύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κωλύθηκε
εμείς κωλυθήκαμε
εσείς κωλυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κωλύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κωλυθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κωλυθώ
εσύ κωλυθείς
αυτός / αυτή / αυτό κωλυθεί
εμείς κωλυθούμε
εσείς κωλυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κωλυθούν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κωλύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κωλύσου
εσείς κωλυθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κωλυθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary