Conjugation of κρούω
ˈkru.oχτυπώ ένα αντικείμενο που παράγει χαρακτηριστικό ήχο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κρούω |
| εσύ | κρούεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κρούει |
| εμείς | κρούουμε |
| εσείς | κρούετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κρούουν |
Παρατατικός
| εγώ | έκρουα |
| εσύ | έκρουες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έκρουε |
| εμείς | κρούαμε |
| εσείς | κρούατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έκρουαν |
Αόριστος
| εγώ | έκρουσα |
| εσύ | έκρουσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έκρουσε |
| εμείς | κρούσαμε |
| εσείς | κρούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έκρουσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κρούσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κρούσω |
| εσύ | κρούσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κρούσει |
| εμείς | κρούσουμε |
| εσείς | κρούσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κρούσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κρούε |
| εσείς | κρούετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κρούσε |
| εσείς | κρούστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κρούσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κρούομαι |
| εσύ | κρούεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κρούεται |
| εμείς | κρουόμαστε |
| εσείς | κρούεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κρούονται |
Παρατατικός
| εγώ | κρουόμουν |
| εσύ | κρουόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | κρουόταν |
| εμείς | κρουόμασταν |
| εσείς | κρουόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κρούονταν |
Αόριστος
| εγώ | κρούστηκα |
| εσύ | κρούστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κρούστηκε |
| εμείς | κρουστήκαμε |
| εσείς | κρουστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κρούστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κρουστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κρουστώ |
| εσύ | κρουστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κρουστεί |
| εμείς | κρουστούμε |
| εσείς | κρουστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κρουστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κρούεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κρούσου |
| εσείς | κρουστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κρουστεί |