HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κρύβω — definition

Conjugation of κρύβω

Regular CEFR C2
ˈkɾi.vo

ανοίγω μια τρύπα σ΄ ένα κομμάτι κρέας και βάζω μέσα μπαχαρικό ή κάτι άλλο που δίνει γεύση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κρύβω
εσύ κρύβεις
αυτός / αυτή / αυτό κρύβει
εμείς κρύβουμε
εσείς κρύβετε
αυτοί / αυτές / αυτά κρύβουν
Παρατατικός
εγώ έκρυβα
εσύ έκρυβες
αυτός / αυτή / αυτό έκρυβε
εμείς κρύβαμε
εσείς κρύβατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκρυβαν
Αόριστος
εγώ έκρυψα
εσύ έκρυψες
αυτός / αυτή / αυτό έκρυψε
εμείς κρύψαμε
εσείς κρύψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκρυψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κρύψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κρύψω
εσύ κρύψεις
αυτός / αυτή / αυτό κρύψει
εμείς κρύψουμε
εσείς κρύψετε
αυτοί / αυτές / αυτά κρύψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κρύβε
εσείς κρύβετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κρύψε
εσείς κρύψτε
Απαρέμφατο αορίστου
κρύψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κρύβομαι
εσύ κρύβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κρύβεται
εμείς κρυβόμαστε
εσείς κρύβεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κρύβονται
Παρατατικός
εγώ κρυβόμουν
εσύ κρυβόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κρυβόταν
εμείς κρυβόμασταν
εσείς κρυβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κρύβονταν
Αόριστος
εγώ κρύφτηκα
εσύ κρύφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό κρύφτηκε
εμείς κρυφτήκαμε
εσείς κρυφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κρύφτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κρυφτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κρυφτώ
εσύ κρυφτείς
αυτός / αυτή / αυτό κρυφτεί
εμείς κρυφτούμε
εσείς κρυφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κρυφτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κρύβεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κρύψου
εσείς κρυφτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κρυφτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary