Conjugation of κρύβω
ˈkɾi.voανοίγω μια τρύπα σ΄ ένα κομμάτι κρέας και βάζω μέσα μπαχαρικό ή κάτι άλλο που δίνει γεύση Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κρύβω |
| εσύ | κρύβεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κρύβει |
| εμείς | κρύβουμε |
| εσείς | κρύβετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κρύβουν |
Παρατατικός
| εγώ | έκρυβα |
| εσύ | έκρυβες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έκρυβε |
| εμείς | κρύβαμε |
| εσείς | κρύβατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έκρυβαν |
Αόριστος
| εγώ | έκρυψα |
| εσύ | έκρυψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έκρυψε |
| εμείς | κρύψαμε |
| εσείς | κρύψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έκρυψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κρύψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κρύψω |
| εσύ | κρύψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κρύψει |
| εμείς | κρύψουμε |
| εσείς | κρύψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κρύψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κρύβε |
| εσείς | κρύβετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κρύψε |
| εσείς | κρύψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κρύψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κρύβομαι |
| εσύ | κρύβεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κρύβεται |
| εμείς | κρυβόμαστε |
| εσείς | κρύβεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κρύβονται |
Παρατατικός
| εγώ | κρυβόμουν |
| εσύ | κρυβόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | κρυβόταν |
| εμείς | κρυβόμασταν |
| εσείς | κρυβόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κρύβονταν |
Αόριστος
| εγώ | κρύφτηκα |
| εσύ | κρύφτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κρύφτηκε |
| εμείς | κρυφτήκαμε |
| εσείς | κρυφτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κρύφτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κρυφτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κρυφτώ |
| εσύ | κρυφτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κρυφτεί |
| εμείς | κρυφτούμε |
| εσείς | κρυφτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κρυφτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κρύβεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κρύψου |
| εσείς | κρυφτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κρυφτεί |