HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κράζω — definition

Conjugation of κράζω

Regular CEFR B1
ˈkɾazo

βγάζω (δυνατή) φωνή ή κραυγή (σαν του κόρακα) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κράζω
εσύ κράζεις
αυτός / αυτή / αυτό κράζει
εμείς κράζουμε
εσείς κράζετε
αυτοί / αυτές / αυτά κράζουν
Παρατατικός
εγώ έκραζα
εσύ έκραζες
αυτός / αυτή / αυτό έκραζε
εμείς κράζαμε
εσείς κράζατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκραζαν
Αόριστος
εγώ έκραξα
εσύ έκραξες
αυτός / αυτή / αυτό έκραξε
εμείς κράξαμε
εσείς κράξατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκραξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κράξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κράξω
εσύ κράξεις
αυτός / αυτή / αυτό κράξει
εμείς κράξουμε
εσείς κράξετε
αυτοί / αυτές / αυτά κράξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κράζε
εσείς κράζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κράξε
εσείς κράξτε
Απαρέμφατο αορίστου
κράξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κράζομαι
εσύ κράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κράζεται
εμείς κραζόμαστε
εσείς κράζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κράζονται
Παρατατικός
εγώ κραζόμουν
εσύ κραζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κραζόταν
εμείς κραζόμασταν
εσείς κραζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κράζονταν
Αόριστος
εγώ κράχτηκα
εσύ κράχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό κράχτηκε
εμείς κραχτήκαμε
εσείς κραχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κράχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κραχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κραχτώ
εσύ κραχτείς
αυτός / αυτή / αυτό κραχτεί
εμείς κραχτούμε
εσείς κραχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κραχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κράζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κράξου
εσείς κραχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κραχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary