HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κουνώ — definition

Conjugation of κουνώ

Regular CEFR B1
kuˈno

αλλάζω θέση ως προς κάποιο άξονα που με διαπερνάει, ταλαντεύομαι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κουνάω
εσύ κουνάς
αυτός / αυτή / αυτό κουνάει
εμείς κουνάμε
εσείς κουνάτε
αυτοί / αυτές / αυτά κουνάνε
Παρατατικός
εγώ κουνούσα
εσύ κουνούσες
αυτός / αυτή / αυτό κουνούσε
εμείς κουνούσαμε
εσείς κουνούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κουνούσαν
Αόριστος
εγώ κούνησα
εσύ κούνησες
αυτός / αυτή / αυτό κούνησε
εμείς κουνήσαμε
εσείς κουνήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κούνησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κουνήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κουνήσω
εσύ κουνήσεις
αυτός / αυτή / αυτό κουνήσει
εμείς κουνήσουμε
εσείς κουνήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κουνήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κούνα
εσείς κουνάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κούνησε
εσείς κουνήστε
Απαρέμφατο αορίστου
κουνήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κουνιέμαι
εσύ κουνιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό κουνιέται
εμείς κουνιόμαστε
εσείς κουνιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά κουνιούνται
Παρατατικός
εγώ κουνιόμουν
εσύ κουνιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κουνιόταν
εμείς κουνιόμασταν
εσείς κουνιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κουνιόνταν
Αόριστος
εγώ κουνήθηκα
εσύ κουνήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κουνήθηκε
εμείς κουνηθήκαμε
εσείς κουνηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κουνήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κουνηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κουνηθώ
εσύ κουνηθείς
αυτός / αυτή / αυτό κουνηθεί
εμείς κουνηθούμε
εσείς κουνηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κουνηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κουνιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κουνήσου
εσείς κουνηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κουνηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary