HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κουράζω — definition

Conjugation of κουράζω

Regular CEFR B1
kuˈɾa.zo

προξενώ σε κάποιον σωματική ή ψυχική κούραση, καταπονώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κουράζω
εσύ κουράζεις
αυτός / αυτή / αυτό κουράζει
εμείς κουράζουμε
εσείς κουράζετε
αυτοί / αυτές / αυτά κουράζουν
Παρατατικός
εγώ κούραζα
εσύ κούραζες
αυτός / αυτή / αυτό κούραζε
εμείς κουράζαμε
εσείς κουράζατε
αυτοί / αυτές / αυτά κούραζαν
Αόριστος
εγώ κούρασα
εσύ κούρασες
αυτός / αυτή / αυτό κούρασε
εμείς κουράσαμε
εσείς κουράσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κούρασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κουράσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κουράσω
εσύ κουράσεις
αυτός / αυτή / αυτό κουράσει
εμείς κουράσουμε
εσείς κουράσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κουράσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κούραζε
εσείς κουράζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κούρασε
εσείς κουράστε
Απαρέμφατο αορίστου
κουράσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κουράζομαι
εσύ κουράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κουράζεται
εμείς κουραζόμαστε
εσείς κουράζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κουράζονται
Παρατατικός
εγώ κουραζόμουν
εσύ κουραζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κουραζόταν
εμείς κουραζόμασταν
εσείς κουραζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κουράζονταν
Αόριστος
εγώ κουράστηκα
εσύ κουράστηκες
αυτός / αυτή / αυτό κουράστηκε
εμείς κουραστήκαμε
εσείς κουραστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κουράστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κουραστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κουραστώ
εσύ κουραστείς
αυτός / αυτή / αυτό κουραστεί
εμείς κουραστούμε
εσείς κουραστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κουραστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κουράζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κουράσου
εσείς κουραστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κουραστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary