Conjugation of κοιτάζω
ciˈta.zoστρέφω το ενδιαφέρον και την προσοχή μου σε κάτι συγκεκριμένο, εξετάζω, ασχολούμαι με κάτι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κοιτάζω (κοιτάω →) |
| εσύ | κοιτάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοιτάζει |
| εμείς | κοιτάζουμε |
| εσείς | κοιτάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοιτάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | κοίταζα |
| εσύ | κοίταζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοίταζε |
| εμείς | κοιτάζαμε |
| εσείς | κοιτάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοίταζαν |
Αόριστος
| εγώ | κοίταξα |
| εσύ | κοίταξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοίταξε |
| εμείς | κοιτάξαμε |
| εσείς | κοιτάξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοίταξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κοιτάξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κοιτάξω |
| εσύ | κοιτάξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοιτάξει |
| εμείς | κοιτάξουμε |
| εσείς | κοιτάξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοιτάξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κοίταζε |
| εσείς | κοιτάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κοίταξε |
| εσείς | κοιτάξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κοιτάξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κοιτάζομαι |
| εσύ | κοιτάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοιτάζεται |
| εμείς | κοιταζόμαστε |
| εσείς | κοιτάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοιτάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | κοιταζόμουν |
| εσύ | κοιταζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοιταζόταν |
| εμείς | κοιταζόμασταν |
| εσείς | κοιταζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοιτάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | κοιτάχτηκα |
| εσύ | κοιτάχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοιτάχτηκε |
| εμείς | κοιταχτήκαμε |
| εσείς | κοιταχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοιτάχτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κοιταχτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κοιταχτώ |
| εσύ | κοιταχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοιταχτεί |
| εμείς | κοιταχτούμε |
| εσείς | κοιταχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοιταχτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κοιτάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κοιτάξου |
| εσείς | κοιταχτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κοιταχτεί |