HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κοιτάζω — definition

Conjugation of κοιτάζω

Regular CEFR B1
ciˈta.zo

στρέφω το ενδιαφέρον και την προσοχή μου σε κάτι συγκεκριμένο, εξετάζω, ασχολούμαι με κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κοιτάζω (κοιτάω →)
εσύ κοιτάζεις
αυτός / αυτή / αυτό κοιτάζει
εμείς κοιτάζουμε
εσείς κοιτάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά κοιτάζουν
Παρατατικός
εγώ κοίταζα
εσύ κοίταζες
αυτός / αυτή / αυτό κοίταζε
εμείς κοιτάζαμε
εσείς κοιτάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά κοίταζαν
Αόριστος
εγώ κοίταξα
εσύ κοίταξες
αυτός / αυτή / αυτό κοίταξε
εμείς κοιτάξαμε
εσείς κοιτάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά κοίταξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κοιτάξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κοιτάξω
εσύ κοιτάξεις
αυτός / αυτή / αυτό κοιτάξει
εμείς κοιτάξουμε
εσείς κοιτάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά κοιτάξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κοίταζε
εσείς κοιτάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κοίταξε
εσείς κοιτάξτε
Απαρέμφατο αορίστου
κοιτάξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κοιτάζομαι
εσύ κοιτάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κοιτάζεται
εμείς κοιταζόμαστε
εσείς κοιτάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κοιτάζονται
Παρατατικός
εγώ κοιταζόμουν
εσύ κοιταζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κοιταζόταν
εμείς κοιταζόμασταν
εσείς κοιταζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κοιτάζονταν
Αόριστος
εγώ κοιτάχτηκα
εσύ κοιτάχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό κοιτάχτηκε
εμείς κοιταχτήκαμε
εσείς κοιταχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κοιτάχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κοιταχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κοιταχτώ
εσύ κοιταχτείς
αυτός / αυτή / αυτό κοιταχτεί
εμείς κοιταχτούμε
εσείς κοιταχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κοιταχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κοιτάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κοιτάξου
εσείς κοιταχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κοιταχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary