Conjugation of κλιμακώνω
kli.maˈko.noπαρατάσσω στρατό κατά πλάτος και βάθος μιας στρατιωτικής επιχείρησης (π.χ. επίθεση, άμυνα κ.λπ.) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κλιμακώνω |
| εσύ | κλιμακώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλιμακώνει |
| εμείς | κλιμακώνουμε |
| εσείς | κλιμακώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλιμακώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | κλιμάκωνα |
| εσύ | κλιμάκωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλιμάκωνε |
| εμείς | κλιμακώναμε |
| εσείς | κλιμακώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλιμάκωναν |
Αόριστος
| εγώ | κλιμάκωσα |
| εσύ | κλιμάκωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλιμάκωσε |
| εμείς | κλιμακώσαμε |
| εσείς | κλιμακώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλιμάκωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κλιμακώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κλιμακώσω |
| εσύ | κλιμακώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλιμακώσει |
| εμείς | κλιμακώσουμε |
| εσείς | κλιμακώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλιμακώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κλιμάκωνε |
| εσείς | κλιμακώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κλιμάκωσε |
| εσείς | κλιμακώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κλιμακώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κλιμακώνομαι |
| εσύ | κλιμακώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλιμακώνεται |
| εμείς | κλιμακωνόμαστε |
| εσείς | κλιμακώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλιμακώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | κλιμακωνόμουν |
| εσύ | κλιμακωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλιμακωνόταν |
| εμείς | κλιμακωνόμασταν |
| εσείς | κλιμακωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλιμακώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | κλιμακώθηκα |
| εσύ | κλιμακώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλιμακώθηκε |
| εμείς | κλιμακωθήκαμε |
| εσείς | κλιμακωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλιμακώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κλιμακωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κλιμακωθώ |
| εσύ | κλιμακωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλιμακωθεί |
| εμείς | κλιμακωθούμε |
| εσείς | κλιμακωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλιμακωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κλιμακώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κλιμακώσου |
| εσείς | κλιμακωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κλιμακωθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.