HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κλιμακώνω — definition

Conjugation of κλιμακώνω

Regular CEFR B2
kli.maˈko.no

παρατάσσω στρατό κατά πλάτος και βάθος μιας στρατιωτικής επιχείρησης (π.χ. επίθεση, άμυνα κ.λπ.) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κλιμακώνω
εσύ κλιμακώνεις
αυτός / αυτή / αυτό κλιμακώνει
εμείς κλιμακώνουμε
εσείς κλιμακώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά κλιμακώνουν
Παρατατικός
εγώ κλιμάκωνα
εσύ κλιμάκωνες
αυτός / αυτή / αυτό κλιμάκωνε
εμείς κλιμακώναμε
εσείς κλιμακώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά κλιμάκωναν
Αόριστος
εγώ κλιμάκωσα
εσύ κλιμάκωσες
αυτός / αυτή / αυτό κλιμάκωσε
εμείς κλιμακώσαμε
εσείς κλιμακώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κλιμάκωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κλιμακώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κλιμακώσω
εσύ κλιμακώσεις
αυτός / αυτή / αυτό κλιμακώσει
εμείς κλιμακώσουμε
εσείς κλιμακώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κλιμακώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κλιμάκωνε
εσείς κλιμακώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κλιμάκωσε
εσείς κλιμακώστε
Απαρέμφατο αορίστου
κλιμακώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κλιμακώνομαι
εσύ κλιμακώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κλιμακώνεται
εμείς κλιμακωνόμαστε
εσείς κλιμακώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κλιμακώνονται
Παρατατικός
εγώ κλιμακωνόμουν
εσύ κλιμακωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κλιμακωνόταν
εμείς κλιμακωνόμασταν
εσείς κλιμακωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κλιμακώνονταν
Αόριστος
εγώ κλιμακώθηκα
εσύ κλιμακώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κλιμακώθηκε
εμείς κλιμακωθήκαμε
εσείς κλιμακωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κλιμακώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κλιμακωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κλιμακωθώ
εσύ κλιμακωθείς
αυτός / αυτή / αυτό κλιμακωθεί
εμείς κλιμακωθούμε
εσείς κλιμακωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κλιμακωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κλιμακώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κλιμακώσου
εσείς κλιμακωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κλιμακωθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary