Meaning of κλιμακώνω | Babel Free
/kli.maˈko.no/Ορισμοί
- τοποθετώ σε κλίμακα, κατά αύξουσα ή φθίνουσα σειρά
- αυξάνω σταδιακά την ένταση κάποιας ενέργειάς μου
- παρατάσσω στρατό κατά πλάτος και βάθος μιας στρατιωτικής επιχείρησης (π.χ. επίθεση, άμυνα κ.λπ.)
Παραδείγματα
“Οι σποραδικές ένοπλες συγκρούσεις κλιμακώθηκαν σε εμφύλιο πόλεμο.”
“Η αντιπαράθεση κλιμακώνεται”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.