Conjugation of κλειδώνω
kliˈðo.noβάζω ασφάλεια με ορισμένο κωδικό σε κάποιο μέσο αποθήκευσης ψηφιακών δεδομένων, ώστε να μην έχει άλλος πρόσβαση σε αυτά Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κλειδώνω |
| εσύ | κλειδώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλειδώνει |
| εμείς | κλειδώνουμε |
| εσείς | κλειδώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλειδώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | κλείδωνα |
| εσύ | κλείδωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλείδωνε |
| εμείς | κλειδώναμε |
| εσείς | κλειδώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλείδωναν |
Αόριστος
| εγώ | κλείδωσα |
| εσύ | κλείδωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλείδωσε |
| εμείς | κλειδώσαμε |
| εσείς | κλειδώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλείδωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κλειδώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κλειδώσω |
| εσύ | κλειδώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλειδώσει |
| εμείς | κλειδώσουμε |
| εσείς | κλειδώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλειδώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κλείδωνε |
| εσείς | κλειδώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κλείδωσε |
| εσείς | κλειδώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κλειδώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κλειδώνομαι |
| εσύ | κλειδώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλειδώνεται |
| εμείς | κλειδωνόμαστε |
| εσείς | κλειδώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλειδώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | κλειδωνόμουν |
| εσύ | κλειδωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλειδωνόταν |
| εμείς | κλειδωνόμασταν |
| εσείς | κλειδωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλειδώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | κλειδώθηκα |
| εσύ | κλειδώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλειδώθηκε |
| εμείς | κλειδωθήκαμε |
| εσείς | κλειδωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλειδώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κλειδωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κλειδωθώ |
| εσύ | κλειδωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλειδωθεί |
| εμείς | κλειδωθούμε |
| εσείς | κλειδωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλειδωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κλειδώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κλειδώσου |
| εσείς | κλειδωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κλειδωθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.