Meaning of κλειδώνω | Babel Free
/kliˈðo.no/Ορισμοί
- κάνω κάτι ασφαλές χρησιμοποιώντας κλειδί, ώστε να μην ανοίγει
- τοποθετώ κάτι σε ένα χώρο που ασφαλίζεται με κλειδί
-
περιορίζω κάποιον σε ένα χώρο, ώστε να μην μπορεί να διαφύγει figuratively
-
καθορίζω μια κατάσταση, ώστε να μην μπορεί να αλλάξει figuratively
- βάζω ασφάλεια με ορισμένο κωδικό σε κάποιο μέσο αποθήκευσης ψηφιακών δεδομένων, ώστε να μην έχει άλλος πρόσβαση σε αυτά
- ενώνω με κλειδί τα τμήματα από τα οποία αποτελείται η αλυσίδα της άγκυρας
-
ασφαλίζομαι με κλειδί, ώστε να μην παραβιάζομαι intransitive
Ισοδύναμα
English
lock
Παραδείγματα
“είσαι σίγουρος ότι κλείδωσες την πόρτα;”
“θα κλειδώσω τα έγγραφα στο ντουλάπι”
“τον είχε κλειδώσει στο υπόγειο για τιμωρία”
“έχει κλειδώσει την απάντησή της”
“κλείδωσα το αρχείο, ώστε νε μην μπορεί να τροποποιηθεί”
“χρειάζονται δύο διαφορετικά κλειδιά, για να κλειδώνει το χρηματοκιβώτιο”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.