HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κλειδώνω | Babel Free

Verb CEFR C2 Specialized
/kliˈðo.no/

Ορισμοί

  1. κάνω κάτι ασφαλές χρησιμοποιώντας κλειδί, ώστε να μην ανοίγει
  2. τοποθετώ κάτι σε ένα χώρο που ασφαλίζεται με κλειδί
  3. περιορίζω κάποιον σε ένα χώρο, ώστε να μην μπορεί να διαφύγει
    figuratively
  4. καθορίζω μια κατάσταση, ώστε να μην μπορεί να αλλάξει
    figuratively
  5. βάζω ασφάλεια με ορισμένο κωδικό σε κάποιο μέσο αποθήκευσης ψηφιακών δεδομένων, ώστε να μην έχει άλλος πρόσβαση σε αυτά
  6. ενώνω με κλειδί τα τμήματα από τα οποία αποτελείται η αλυσίδα της άγκυρας
  7. ασφαλίζομαι με κλειδί, ώστε να μην παραβιάζομαι
    intransitive

Ισοδύναμα

English lock

Παραδείγματα

“είσαι σίγουρος ότι κλείδωσες την πόρτα;”
“θα κλειδώσω τα έγγραφα στο ντουλάπι”
“τον είχε κλειδώσει στο υπόγειο για τιμωρία”
“έχει κλειδώσει την απάντησή της”
“κλείδωσα το αρχείο, ώστε νε μην μπορεί να τροποποιηθεί”
“χρειάζονται δύο διαφορετικά κλειδιά, για να κλειδώνει το χρηματοκιβώτιο”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κλειδώνω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course