κλειδώνω
Ορισμοί
- κάνω κάτι ασφαλές χρησιμοποιώντας κλειδί, ώστε να μην ανοίγει
- τοποθετώ κάτι σε ένα χώρο που ασφαλίζεται με κλειδί
-
περιορίζω κάποιον σε ένα χώρο, ώστε να μην μπορεί να διαφύγει figuratively
-
καθορίζω μια κατάσταση, ώστε να μην μπορεί να αλλάξει figuratively
- βάζω ασφάλεια με ορισμένο κωδικό σε κάποιο μέσο αποθήκευσης ψηφιακών δεδομένων, ώστε να μην έχει άλλος πρόσβαση σε αυτά
- ενώνω με κλειδί τα τμήματα από τα οποία αποτελείται η αλυσίδα της άγκυρας
-
ασφαλίζομαι με κλειδί, ώστε να μην παραβιάζομαι intransitive
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of κλειδώνω.
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“είσαι σίγουρος ότι κλείδωσες την πόρτα;”
“θα κλειδώσω τα έγγραφα στο ντουλάπι”
“τον είχε κλειδώσει στο υπόγειο για τιμωρία”
“έχει κλειδώσει την απάντησή της”
“κλείδωσα το αρχείο, ώστε νε μην μπορεί να τροποποιηθεί”
“χρειάζονται δύο διαφορετικά κλειδιά, για να κλειδώνει το χρηματοκιβώτιο”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free