Conjugation of κηρύσσω
ciˈɾi.soκάνω κήρυγμα, μιλώντας για το λόγο του θεού Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κηρύσσω (κηρύττω →) |
| εσύ | κηρύσσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κηρύσσει |
| εμείς | κηρύσσουμε |
| εσείς | κηρύσσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κηρύσσουν |
Παρατατικός
| εγώ | κήρυσσα |
| εσύ | κήρυσσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κήρυσσε |
| εμείς | κηρύσσαμε |
| εσείς | κηρύσσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κήρυσσαν |
Αόριστος
| εγώ | κήρυξα |
| εσύ | κήρυξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κήρυξε |
| εμείς | κηρύξαμε |
| εσείς | κηρύξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κήρυξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κηρύξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κηρύξω |
| εσύ | κηρύξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κηρύξει |
| εμείς | κηρύξουμε |
| εσείς | κηρύξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κηρύξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κήρυσσε |
| εσείς | κηρύσσετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κήρυξε |
| εσείς | κηρύξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κηρύξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κηρύσσομαι |
| εσύ | κηρύσσεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κηρύσσεται |
| εμείς | κηρυσσόμαστε |
| εσείς | κηρύσσεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κηρύσσονται |
Παρατατικός
| εγώ | κηρυσσόμουν |
| εσύ | κηρυσσόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | κηρυσσόταν |
| εμείς | κηρυσσόμασταν |
| εσείς | κηρυσσόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κηρύσσονταν |
Αόριστος
| εγώ | κηρύχθηκα |
| εσύ | κηρύχθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κηρύχθηκε |
| εμείς | κηρυχθήκαμε |
| εσείς | κηρυχθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κηρύχθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κηρυχθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κηρυχθώ |
| εσύ | κηρυχθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κηρυχθεί |
| εμείς | κηρυχθούμε |
| εσείς | κηρυχθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κηρυχθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κηρύσσεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κηρύξου |
| εσείς | κηρυχθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κηρυχθεί |