HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κηρύττω — definition

Conjugation of κηρύττω

Regular CEFR B1
ciˈɾi.to

άλλη μορφή του κηρύσσω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κηρύττω (κηρύσσω →)
εσύ κηρύττεις
αυτός / αυτή / αυτό κηρύττει
εμείς κηρύττουμε
εσείς κηρύττετε
αυτοί / αυτές / αυτά κηρύττουν
Παρατατικός
εγώ κήρυττα
εσύ κήρυττες
αυτός / αυτή / αυτό κήρυττε
εμείς κηρύτταμε
εσείς κηρύττατε
αυτοί / αυτές / αυτά κήρυτταν
Αόριστος
εγώ κήρυξα
εσύ κήρυξες
αυτός / αυτή / αυτό κήρυξε
εμείς κηρύξαμε
εσείς κηρύξατε
αυτοί / αυτές / αυτά κήρυξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κηρύξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κηρύξω
εσύ κηρύξεις
αυτός / αυτή / αυτό κηρύξει
εμείς κηρύξουμε
εσείς κηρύξετε
αυτοί / αυτές / αυτά κηρύξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κήρυττε
εσείς κηρύττετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κήρυξε
εσείς κηρύξτε
Απαρέμφατο αορίστου
κηρύξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κηρύττομαι
εσύ κηρύττεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κηρύττεται
εμείς κηρυσσόμαστε
εσείς κηρύττεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κηρύττονται
Παρατατικός
εγώ κηρυσσόμουν
εσύ κηρυσσόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κηρυσσόταν
εμείς κηρυσσόμασταν
εσείς κηρυσσόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κηρύττονταν
Αόριστος
εγώ κηρύχθηκα
εσύ κηρύχθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κηρύχθηκε
εμείς κηρυχθήκαμε
εσείς κηρυχθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κηρύχθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κηρυχθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κηρυχθώ
εσύ κηρυχθείς
αυτός / αυτή / αυτό κηρυχθεί
εμείς κηρυχθούμε
εσείς κηρυχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κηρυχθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κηρύττεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κηρύξου
εσείς κηρυχθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κηρυχθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary