Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καυχιέμαι |
| εσύ | καυχιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | καυχιέται |
| εμείς | καυχιόμαστε |
| εσείς | καυχιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καυχιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | καυχιόμουν |
| εσύ | καυχιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | καυχιόταν |
| εμείς | καυχιόμασταν |
| εσείς | καυχιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καυχιόνταν |
Αόριστος
| εγώ | καυχήθηκα |
| εσύ | καυχήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καυχήθηκε |
| εμείς | καυχηθήκαμε |
| εσείς | καυχηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καυχήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καυχηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καυχηθώ |
| εσύ | καυχηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καυχηθεί |
| εμείς | καυχηθούμε |
| εσείς | καυχηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καυχηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καυχιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καυχήσου |
| εσείς | καυχηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καυχηθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.