Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καψαλίζω |
| εσύ | καψαλίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καψαλίζει |
| εμείς | καψαλίζουμε |
| εσείς | καψαλίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καψαλίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | καψάλιζα |
| εσύ | καψάλιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καψάλιζε |
| εμείς | καψαλίζαμε |
| εσείς | καψαλίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καψάλιζαν |
Αόριστος
| εγώ | καψάλισα |
| εσύ | καψάλισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καψάλισε |
| εμείς | καψαλίσαμε |
| εσείς | καψαλίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καψάλισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καψαλίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καψαλίσω |
| εσύ | καψαλίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καψαλίσει |
| εμείς | καψαλίσουμε |
| εσείς | καψαλίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καψαλίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | καψάλιζε |
| εσείς | καψαλίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καψάλισε |
| εσείς | καψαλίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καψαλίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καψαλίζομαι |
| εσύ | καψαλίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | καψαλίζεται |
| εμείς | καψαλιζόμαστε |
| εσείς | καψαλίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καψαλίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | καψαλιζόμουν |
| εσύ | καψαλιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | καψαλιζόταν |
| εμείς | καψαλιζόμασταν |
| εσείς | καψαλιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καψαλίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | καψαλίστηκα |
| εσύ | καψαλίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καψαλίστηκε |
| εμείς | καψαλιστήκαμε |
| εσείς | καψαλιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καψαλίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καψαλιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καψαλιστώ |
| εσύ | καψαλιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καψαλιστεί |
| εμείς | καψαλιστούμε |
| εσείς | καψαλιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καψαλιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καψαλίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καψαλίσου |
| εσείς | καψαλιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καψαλιστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.