HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καψαλίζω — definition

Conjugation of καψαλίζω

Regular CEFR B2
ka.psaˈli.zo

καίω κάτι ελαφρά, επιφανειακά Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καψαλίζω
εσύ καψαλίζεις
αυτός / αυτή / αυτό καψαλίζει
εμείς καψαλίζουμε
εσείς καψαλίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά καψαλίζουν
Παρατατικός
εγώ καψάλιζα
εσύ καψάλιζες
αυτός / αυτή / αυτό καψάλιζε
εμείς καψαλίζαμε
εσείς καψαλίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά καψάλιζαν
Αόριστος
εγώ καψάλισα
εσύ καψάλισες
αυτός / αυτή / αυτό καψάλισε
εμείς καψαλίσαμε
εσείς καψαλίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά καψάλισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καψαλίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καψαλίσω
εσύ καψαλίσεις
αυτός / αυτή / αυτό καψαλίσει
εμείς καψαλίσουμε
εσείς καψαλίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά καψαλίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ καψάλιζε
εσείς καψαλίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καψάλισε
εσείς καψαλίστε
Απαρέμφατο αορίστου
καψαλίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καψαλίζομαι
εσύ καψαλίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό καψαλίζεται
εμείς καψαλιζόμαστε
εσείς καψαλίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά καψαλίζονται
Παρατατικός
εγώ καψαλιζόμουν
εσύ καψαλιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό καψαλιζόταν
εμείς καψαλιζόμασταν
εσείς καψαλιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά καψαλίζονταν
Αόριστος
εγώ καψαλίστηκα
εσύ καψαλίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό καψαλίστηκε
εμείς καψαλιστήκαμε
εσείς καψαλιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά καψαλίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καψαλιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καψαλιστώ
εσύ καψαλιστείς
αυτός / αυτή / αυτό καψαλιστεί
εμείς καψαλιστούμε
εσείς καψαλιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καψαλιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καψαλίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καψαλίσου
εσείς καψαλιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
καψαλιστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary