Conjugation of καταπίνω
ka.taˈpi.noυφίσταμαι κάτι δυσάρεστο (π.χ. μια προσβολή) χωρίς να διαμαρτυρηθώ, αποφεύγω να εκφράσω αυτό που αισθάνομαι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καταπίνω |
| εσύ | καταπίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταπίνει |
| εμείς | καταπίνουμε |
| εσείς | καταπίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταπίνουν |
Παρατατικός
| εγώ | κατάπινα |
| εσύ | κατάπινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατάπινε |
| εμείς | καταπίναμε |
| εσείς | καταπίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατάπιναν |
Αόριστος
| εγώ | κατάπια |
| εσύ | κατάπιες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατάπιε |
| εμείς | κατάπιαμε |
| εσείς | κατάπιατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατάπιαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καταπιώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καταπιώ |
| εσύ | καταπιείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταπιεί |
| εμείς | καταπιούμε |
| εσείς | καταπιείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταπιούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κατάπινε |
| εσείς | καταπίνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατάπιε |
| εσείς | καταπιείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καταπιεί |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καταπίνομαι |
| εσύ | καταπίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταπίνεται |
| εμείς | καταπινόμαστε |
| εσείς | καταπίνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταπίνονται |
Παρατατικός
| εγώ | καταπινόμουν |
| εσύ | καταπινόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταπινόταν |
| εμείς | καταπινόμασταν |
| εσείς | καταπινόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταπίνονταν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καταπίνεστε |