HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καταντάω — definition

Conjugation of καταντάω

Regular CEFR B2
ka.tanˈda.o

φτάνω σε μια κατάσταση άσχημη ή με αρνητικά χαρακτηρισικά Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καταντάω
εσύ καταντάς
αυτός / αυτή / αυτό καταντάει
εμείς καταντάμε
εσείς καταντάτε
αυτοί / αυτές / αυτά καταντάνε
Παρατατικός
εγώ καταντούσα
εσύ καταντούσες
αυτός / αυτή / αυτό καταντούσε
εμείς καταντούσαμε
εσείς καταντούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά καταντούσαν
Αόριστος
εγώ κατάντησα
εσύ κατάντησες
αυτός / αυτή / αυτό κατάντησε
εμείς καταντήσαμε
εσείς καταντήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατάντησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καταντήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καταντήσω
εσύ καταντήσεις
αυτός / αυτή / αυτό καταντήσει
εμείς καταντήσουμε
εσείς καταντήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά καταντήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κατάντα
εσείς καταντάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κατάντησε
εσείς καταντήστε
Απαρέμφατο αορίστου
καταντήσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary