Conjugation of καταντάω
ka.tanˈda.oφτάνω σε μια κατάσταση άσχημη ή με αρνητικά χαρακτηρισικά Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καταντάω |
| εσύ | καταντάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταντάει |
| εμείς | καταντάμε |
| εσείς | καταντάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταντάνε |
Παρατατικός
| εγώ | καταντούσα |
| εσύ | καταντούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταντούσε |
| εμείς | καταντούσαμε |
| εσείς | καταντούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταντούσαν |
Αόριστος
| εγώ | κατάντησα |
| εσύ | κατάντησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατάντησε |
| εμείς | καταντήσαμε |
| εσείς | καταντήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατάντησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καταντήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καταντήσω |
| εσύ | καταντήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταντήσει |
| εμείς | καταντήσουμε |
| εσείς | καταντήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταντήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κατάντα |
| εσείς | καταντάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατάντησε |
| εσείς | καταντήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καταντήσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.