HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καταβάλλω — definition

Conjugation of καταβάλλω

Regular CEFR B2
ka.taˈva.lo

εξαντλώ τις σωματικές ή ψυχικές δυνάμεις κάποιου, κουράζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καταβάλλω
εσύ καταβάλλεις
αυτός / αυτή / αυτό καταβάλλει
εμείς καταβάλλουμε
εσείς καταβάλλετε
αυτοί / αυτές / αυτά καταβάλλουν
Παρατατικός
εγώ κατέβαλλα
εσύ κατέβαλλες
αυτός / αυτή / αυτό κατέβαλλε
εμείς καταβάλλαμε
εσείς καταβάλλατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατέβαλλαν
Αόριστος
εγώ κατέβαλα
εσύ κατέβαλες
αυτός / αυτή / αυτό κατέβαλε
εμείς καταβάλαμε
εσείς καταβάλατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατέβαλαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καταβάλω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καταβάλω
εσύ καταβάλεις
αυτός / αυτή / αυτό καταβάλει
εμείς καταβάλουμε
εσείς καταβάλετε
αυτοί / αυτές / αυτά καταβάλουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κατάβαλλε
εσείς καταβάλλετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κατάβαλε
εσείς καταβάλετε
Απαρέμφατο αορίστου
καταβάλει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καταβάλλομαι
εσύ καταβάλλεσαι
αυτός / αυτή / αυτό καταβάλλεται
εμείς καταβαλλόμαστε
εσείς καταβάλλεστε
αυτοί / αυτές / αυτά καταβάλλονται
Παρατατικός
εγώ καταβαλλόμουν
εσύ καταβαλλόσουν
αυτός / αυτή / αυτό καταβαλλόταν
εμείς καταβαλλόμασταν
εσείς καταβαλλόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά καταβάλλονταν
Αόριστος
εγώ καταβλήθηκα
εσύ καταβλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό καταβλήθηκε
εμείς καταβληθήκαμε
εσείς καταβληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά καταβλήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καταβληθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καταβληθώ
εσύ καταβληθείς
αυτός / αυτή / αυτό καταβληθεί
εμείς καταβληθούμε
εσείς καταβληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καταβληθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καταβάλλεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς καταβληθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
καταβληθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary