καταβάλλω
Ορισμοί
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of καταβάλλω.
Ισοδύναμα
26 more languages
العربيةاستبد
Češtinazdolat
Danskovervælde
Esperantosuperforti
Galegovencer
עבריתהתאמץ
ភាសាខ្មែរឈ្នះ
Русскийпересиливатьпереси́ливатьпобедитьпобеждатьподавлятьпокоритьпокорятьпреодолеватьпреодолетьсокрушатьсокруша́ть
Українськастаратися
Παραδείγματα
“Θα καταβάλω το ποσό της αμοιβής σας στην τράπεζα.”
I will deposit the amount of your fee at the bank.
“υπερισχύω ενός αντιπάλου”
“αυτή η ζέστη με καταβάλλει”
“τον κατέβαλε η ασθένεια, μοιάζει δέκα χρόνια μεγαλύτερος”
“πληρώνω χρηματικό ποσό”
“πρέπει να καταβάλω πολλούς κόπους, πολλές προσπάθειες, πολλή φροντίδα για τα το πετύχω αυτό”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free