Meaning of καταβάλλω | Babel Free
/ka.taˈva.lo/Ορισμοί
- νικάω
- εξαντλώ τις σωματικές ή ψυχικές δυνάμεις κάποιου, κουράζω
- πληρώνω
- ξοδεύω δυνάμεις για επίτευξη σκοπού
Ισοδύναμα
English
Vanquish
Παραδείγματα
“Θα καταβάλω το ποσό της αμοιβής σας στην τράπεζα.”
I will deposit the amount of your fee at the bank.
“υπερισχύω ενός αντιπάλου”
“αυτή η ζέστη με καταβάλλει”
“τον κατέβαλε η ασθένεια, μοιάζει δέκα χρόνια μεγαλύτερος”
“πληρώνω χρηματικό ποσό”
“πρέπει να καταβάλω πολλούς κόπους, πολλές προσπάθειες, πολλή φροντίδα για τα το πετύχω αυτό”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.