Conjugation of καμουφλάρω
ka.muˈfla.ɾoκαλύπτω κάτι με καμουφλάζ, με αποτέλεσμα να μην το βλέπουν ή να μην αντιλαμβάνονται τι ακριβώς είναι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καμουφλάρω |
| εσύ | καμουφλάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καμουφλάρει |
| εμείς | καμουφλάρουμε |
| εσείς | καμουφλάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καμουφλάρουν |
Παρατατικός
| εγώ | καμουφλάριζα |
| εσύ | καμουφλάριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καμουφλάριζε |
| εμείς | καμουφλάραμε |
| εσείς | καμουφλάρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καμουφλάριζαν |
Αόριστος
| εγώ | καμουφλάρισα |
| εσύ | καμουφλάρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καμουφλάρισε |
| εμείς | καμουφλάραμε |
| εσείς | καμουφλάρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καμουφλάρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καμουφλάρω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καμουφλάρω |
| εσύ | καμουφλάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καμουφλάρει |
| εμείς | καμουφλάρουμε |
| εσείς | καμουφλάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καμουφλάρουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | καμουφλάριζε |
| εσείς | καμουφλάρετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καμουφλάρισε |
| εσείς | καμουφλάρετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καμουφλάρει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καμουφλάρομαι |
| εσύ | καμουφλάρεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | καμουφλάρεται |
| εμείς | καμουφλαριζόμαστε |
| εσείς | καμουφλάρεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καμουφλάρονται |
Παρατατικός
| εγώ | καμουφλαριζόμουν |
| εσύ | καμουφλαριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | καμουφλαριζόταν |
| εμείς | καμουφλαριζόμασταν |
| εσείς | καμουφλαριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καμουφλάρονταν |
Αόριστος
| εγώ | καμουφλαρίστηκα |
| εσύ | καμουφλαρίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καμουφλαρίστηκε |
| εμείς | καμουφλαριστήκαμε |
| εσείς | καμουφλαριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καμουφλαρίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καμουφλαριστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καμουφλαριστώ |
| εσύ | καμουφλαριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καμουφλαριστεί |
| εμείς | καμουφλαριστούμε |
| εσείς | καμουφλαριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καμουφλαριστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καμουφλάρεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | καμουφλαριστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καμουφλαριστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.