Conjugation of καθοδηγώ
ka.θo.ðiˈɣoεξηγώ ως ανώτερο ιεραρχικά στέλεχος ή ως εκλεγμένο όργανο την πολιτική γραμμή του κόμματος σε μια κομματική οργάνωση και κατευθύνω τη δράση της Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καθοδηγώ |
| εσύ | καθοδηγείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθοδηγεί |
| εμείς | καθοδηγούμε |
| εσείς | καθοδηγείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθοδηγούν |
Παρατατικός
| εγώ | καθοδηγούσα |
| εσύ | καθοδηγούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθοδηγούσε |
| εμείς | καθοδηγούσαμε |
| εσείς | καθοδηγούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθοδηγούσαν |
Αόριστος
| εγώ | καθοδήγησα |
| εσύ | καθοδήγησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθοδήγησε |
| εμείς | καθοδηγήσαμε |
| εσείς | καθοδηγήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθοδήγησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καθοδηγήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καθοδηγήσω |
| εσύ | καθοδηγήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθοδηγήσει |
| εμείς | καθοδηγήσουμε |
| εσείς | καθοδηγήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθοδηγήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καθοδηγείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καθοδήγησε |
| εσείς | καθοδηγήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καθοδηγήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καθοδηγούμαι |
| εσύ | καθοδηγείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθοδηγείται |
| εμείς | καθοδηγούμαστε |
| εσείς | καθοδηγείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθοδηγούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | καθοδηγούνταν |
| εμείς | καθοδηγούμασταν |
| εσείς | [καθοδηγούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθοδηγούνταν |
Αόριστος
| εγώ | καθοδηγήθηκα |
| εσύ | καθοδηγήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθοδηγήθηκε |
| εμείς | καθοδηγηθήκαμε |
| εσείς | καθοδηγηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθοδηγήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καθοδηγηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καθοδηγηθώ |
| εσύ | καθοδηγηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθοδηγηθεί |
| εμείς | καθοδηγηθούμε |
| εσείς | καθοδηγηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθοδηγηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καθοδηγείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καθοδηγήσου |
| εσείς | καθοδηγηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καθοδηγηθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.