HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καθιζάνω — definition

Conjugation of καθιζάνω

Regular CEFR B2
kaθiˈzano

κατακάθομαι ως ίζημα, κατεβαίνω ως ίζημα ως τον πυθμένα (για ουσία διαλυμένη σε υγρό) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καθιζάνω (καθίζω →)
εσύ καθιζάνεις
αυτός / αυτή / αυτό καθιζάνει
εμείς καθιζάνουμε
εσείς καθιζάνετε
αυτοί / αυτές / αυτά καθιζάνουν
Παρατατικός
εγώ καθίζανα
εσύ καθίζανες
αυτός / αυτή / αυτό καθίζανε
εμείς καθιζάναμε
εσείς καθιζάνατε
αυτοί / αυτές / αυτά καθίζαναν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα καθιζάνω
εσύ θα καθιζάνεις
αυτός / αυτή / αυτό θα καθιζάνει
εμείς θα καθιζάνουμε
εσείς θα καθιζάνετε
αυτοί / αυτές / αυτά θα καθιζάνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καθιζάνετε

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary