Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καθίζω (καθιζάνω →) |
| εσύ | καθίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθίζει |
| εμείς | καθίζουμε |
| εσείς | καθίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | κάθιζα |
| εσύ | κάθιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κάθιζε |
| εμείς | καθίζαμε |
| εσείς | καθίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κάθιζαν |
Αόριστος
| εγώ | κάθισα |
| εσύ | κάθισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κάθισε |
| εμείς | καθίσαμε |
| εσείς | καθίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κάθισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καθίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καθίσω |
| εσύ | καθίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθίσει |
| εμείς | καθίσουμε |
| εσείς | καθίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κάθιζε |
| εσείς | καθίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κάθισε |
| εσείς | καθίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καθίσει |