Conjugation of καθιερώνω
κάνω κάτι επίσημο κι αναγνωρισμένο, του δίνω τον χαρακτήρα του θεσμού Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καθιερώνω |
| εσύ | καθιερώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθιερώνει |
| εμείς | καθιερώνουμε |
| εσείς | καθιερώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθιερώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | καθιέρωνα |
| εσύ | καθιέρωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθιέρωνε |
| εμείς | καθιερώναμε |
| εσείς | καθιερώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθιέρωναν |
Αόριστος
| εγώ | καθιέρωσα |
| εσύ | καθιέρωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθιέρωσε |
| εμείς | καθιερώσαμε |
| εσείς | καθιερώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθιέρωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καθιερώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καθιερώσω |
| εσύ | καθιερώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθιερώσει |
| εμείς | καθιερώσουμε |
| εσείς | καθιερώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθιερώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | καθιέρωνε |
| εσείς | καθιερώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καθιέρωσε |
| εσείς | καθιερώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καθιερώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καθιερώνομαι |
| εσύ | καθιερώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθιερώνεται |
| εμείς | καθιερωνόμαστε |
| εσείς | καθιερώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθιερώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | καθιερωνόμουν |
| εσύ | καθιερωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθιερωνόταν |
| εμείς | καθιερωνόμασταν |
| εσείς | καθιερωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθιερώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | καθιερώθηκα |
| εσύ | καθιερώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθιερώθηκε |
| εμείς | καθιερωθήκαμε |
| εσείς | καθιερωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθιερώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καθιερωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καθιερωθώ |
| εσύ | καθιερωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθιερωθεί |
| εμείς | καθιερωθούμε |
| εσείς | καθιερωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθιερωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καθιερώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καθιερώσου |
| εσείς | καθιερωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καθιερωθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.