HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καθιερώνω — definition

Conjugation of καθιερώνω

Regular CEFR B2

κάνω κάτι επίσημο κι αναγνωρισμένο, του δίνω τον χαρακτήρα του θεσμού Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καθιερώνω
εσύ καθιερώνεις
αυτός / αυτή / αυτό καθιερώνει
εμείς καθιερώνουμε
εσείς καθιερώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά καθιερώνουν
Παρατατικός
εγώ καθιέρωνα
εσύ καθιέρωνες
αυτός / αυτή / αυτό καθιέρωνε
εμείς καθιερώναμε
εσείς καθιερώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά καθιέρωναν
Αόριστος
εγώ καθιέρωσα
εσύ καθιέρωσες
αυτός / αυτή / αυτό καθιέρωσε
εμείς καθιερώσαμε
εσείς καθιερώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά καθιέρωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καθιερώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καθιερώσω
εσύ καθιερώσεις
αυτός / αυτή / αυτό καθιερώσει
εμείς καθιερώσουμε
εσείς καθιερώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά καθιερώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ καθιέρωνε
εσείς καθιερώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καθιέρωσε
εσείς καθιερώστε
Απαρέμφατο αορίστου
καθιερώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καθιερώνομαι
εσύ καθιερώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό καθιερώνεται
εμείς καθιερωνόμαστε
εσείς καθιερώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά καθιερώνονται
Παρατατικός
εγώ καθιερωνόμουν
εσύ καθιερωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό καθιερωνόταν
εμείς καθιερωνόμασταν
εσείς καθιερωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά καθιερώνονταν
Αόριστος
εγώ καθιερώθηκα
εσύ καθιερώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό καθιερώθηκε
εμείς καθιερωθήκαμε
εσείς καθιερωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά καθιερώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καθιερωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καθιερωθώ
εσύ καθιερωθείς
αυτός / αυτή / αυτό καθιερωθεί
εμείς καθιερωθούμε
εσείς καθιερωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καθιερωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καθιερώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καθιερώσου
εσείς καθιερωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
καθιερωθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary