Conjugation of καθελκύω
ka.θelˈci.oρίχνω ένα πλοίο (που μέχρι τότε βρισκόταν στη στεριά για κατασκευαστικούς ή επισκευαστικούς λόγους) στο νερό, αφήνοντάς το να γλιστρήσει πάνω σε ειδική κεκλιμένη πλατφόρμα) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καθελκύω |
| εσύ | καθελκύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθελκύει |
| εμείς | καθελκύουμε |
| εσείς | καθελκύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθελκύουν |
Παρατατικός
| εγώ | καθέλκυα |
| εσύ | καθέλκυες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθέλκυε |
| εμείς | καθελκύαμε |
| εσείς | καθελκύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθέλκυαν |
Αόριστος
| εγώ | καθέλκυσα |
| εσύ | καθέλκυσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθέλκυσε |
| εμείς | καθελκύσαμε |
| εσείς | καθελκύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθέλκυσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καθελκύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καθελκύσω |
| εσύ | καθελκύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθελκύσει |
| εμείς | καθελκύσουμε |
| εσείς | καθελκύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθελκύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | καθέλκυε |
| εσείς | καθελκύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καθέλκυσε |
| εσείς | καθελκύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καθελκύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καθελκύομαι |
| εσύ | καθελκύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθελκύεται |
| εμείς | καθελκυόμαστε |
| εσείς | καθελκύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθελκύονται |
Παρατατικός
| εγώ | καθελκυόμουν |
| εσύ | καθελκυόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθελκυόταν |
| εμείς | καθελκυόμασταν |
| εσείς | καθελκυόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθελκύονταν |
Αόριστος
| εγώ | καθελκύστηκα |
| εσύ | καθελκύστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθελκύστηκε |
| εμείς | καθελκυστήκαμε |
| εσείς | καθελκυστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθελκύστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καθελκυστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καθελκυστώ |
| εσύ | καθελκυστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καθελκυστεί |
| εμείς | καθελκυστούμε |
| εσείς | καθελκυστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καθελκυστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καθελκύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | καθελκύσου |
| εσείς | καθελκυστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καθελκυστεί |