HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καθέλκω — definition

Conjugation of καθέλκω

Regular CEFR B1
kaˈθelˈko

άλλη μορφή του καθελκύω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καθέλκω (καθελκύω →)
εσύ καθέλκεις
αυτός / αυτή / αυτό καθέλκει
εμείς καθέλκουμε
εσείς καθέλκετε
αυτοί / αυτές / αυτά καθέλκουν
Παρατατικός
εγώ καθείλκυα
εσύ καθείλκυες
αυτός / αυτή / αυτό καθείλκυε
εμείς καθέλκαμε
εσείς καθέλκατε
αυτοί / αυτές / αυτά καθείλκυαν
Αόριστος
εγώ καθείλκυσα
εσύ καθείλκυσες
αυτός / αυτή / αυτό καθείλκυσε
εμείς καθελκύσαμε
εσείς καθελκύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά καθείλκυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καθελκύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καθελκύσω
εσύ καθελκύσεις
αυτός / αυτή / αυτό καθελκύσει
εμείς καθελκύσουμε
εσείς καθελκύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά καθελκύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καθέλκετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καθέλκυσε
εσείς καθελκύστε
Απαρέμφατο αορίστου
καθελκύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καθέλκομαι
εσύ καθέλκεσαι
αυτός / αυτή / αυτό καθέλκεται
εσείς καθέλκεσθε
αυτοί / αυτές / αυτά καθέλκονται
Παρατατικός
εγώ καθελκόμουν
εσύ καθελκόσουν
αυτός / αυτή / αυτό καθελκόταν
αυτοί / αυτές / αυτά καθέλκονταν
Αόριστος
εγώ καθελκύσθηκα
εσύ καθελκύσθηκες
αυτός / αυτή / αυτό καθελκύσθηκε
εμείς καθελκυσθήκαμε
εσείς καθελκυσθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά καθελκύσθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καθελκυσθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καθελκυσθώ
εσύ καθελκυσθείς
αυτός / αυτή / αυτό καθελκυσθεί
εμείς καθελκυσθούμε
εσείς καθελκυσθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καθελκυσθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καθέλκεσθε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ καθελκύσου
εσείς καθελκυσθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
καθελκυσθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary