Conjugation of καίω
ˈce.oμεταφορικά, πληροφορική πραγματοποιώ (μόνιμη) εγγραφή σε μνήμες μίας χρήσης όπως CD, DVD, ROM. Ο όρος χρησιμοποιείται μεταφορικά γιατί οι μνήμες δεν μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν. Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καίω |
| εσύ | καις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καίει |
| εμείς | καίμε |
| εσείς | καίτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καίνε |
Παρατατικός
| εγώ | έκαιγα |
| εσύ | έκαιγες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έκαιγε |
| εμείς | καίγαμε |
| εσείς | καίγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έκαιγαν |
Αόριστος
| εγώ | έκαψα |
| εσύ | έκαψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έκαψε |
| εμείς | κάψαμε |
| εσείς | κάψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έκαψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κάψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κάψω |
| εσύ | κάψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κάψει |
| εμείς | κάψουμε |
| εσείς | κάψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κάψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | καίγε |
| εσείς | καίγετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κάψε |
| εσείς | κάψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κάψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καίγομαι |
| εσύ | καίγεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | καίγεται |
| εμείς | καιγόμαστε |
| εσείς | καίγεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καίγονται |
Παρατατικός
| εγώ | καιγόμουν |
| εσύ | καιγόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | καιγόταν |
| εμείς | καιγόμασταν |
| εσείς | καιγόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καίγονταν |
Αόριστος
| εγώ | κάηκα |
| εσύ | κάηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κάηκε |
| εμείς | καήκαμε |
| εσείς | καήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κάηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κάω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καώ |
| εσύ | καείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | καεί |
| εμείς | καούμε |
| εσείς | καείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καίγεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κάψου |
| εσείς | καείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καεί |