HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καίω — definition

Conjugation of καίω

Regular CEFR C2
ˈce.o

μεταφορικά, πληροφορική πραγματοποιώ (μόνιμη) εγγραφή σε μνήμες μίας χρήσης όπως CD, DVD, ROM. Ο όρος χρησιμοποιείται μεταφορικά γιατί οι μνήμες δεν μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν. Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καίω
εσύ καις
αυτός / αυτή / αυτό καίει
εμείς καίμε
εσείς καίτε
αυτοί / αυτές / αυτά καίνε
Παρατατικός
εγώ έκαιγα
εσύ έκαιγες
αυτός / αυτή / αυτό έκαιγε
εμείς καίγαμε
εσείς καίγατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκαιγαν
Αόριστος
εγώ έκαψα
εσύ έκαψες
αυτός / αυτή / αυτό έκαψε
εμείς κάψαμε
εσείς κάψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκαψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κάψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κάψω
εσύ κάψεις
αυτός / αυτή / αυτό κάψει
εμείς κάψουμε
εσείς κάψετε
αυτοί / αυτές / αυτά κάψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ καίγε
εσείς καίγετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κάψε
εσείς κάψτε
Απαρέμφατο αορίστου
κάψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καίγομαι
εσύ καίγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό καίγεται
εμείς καιγόμαστε
εσείς καίγεστε
αυτοί / αυτές / αυτά καίγονται
Παρατατικός
εγώ καιγόμουν
εσύ καιγόσουν
αυτός / αυτή / αυτό καιγόταν
εμείς καιγόμασταν
εσείς καιγόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά καίγονταν
Αόριστος
εγώ κάηκα
εσύ κάηκες
αυτός / αυτή / αυτό κάηκε
εμείς καήκαμε
εσείς καήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κάηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κάω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καώ
εσύ καείς
αυτός / αυτή / αυτό καεί
εμείς καούμε
εσείς καείτε
αυτοί / αυτές / αυτά καούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καίγεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κάψου
εσείς καείτε
Απαρέμφατο αορίστου
καεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary