HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ισορροπώ — definition

Conjugation of ισορροπώ

Regular CEFR B2
i.so.ɾoˈpo

διατηρώ την υλική, πνευματική ή ψυχική μου ισορροπία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ισορροπώ
εσύ ισορροπείς
αυτός / αυτή / αυτό ισορροπεί
εμείς ισορροπούμε
εσείς ισορροπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ισορροπούν
Παρατατικός
εγώ ισορροπούσα
εσύ ισορροπούσες
αυτός / αυτή / αυτό ισορροπούσε
εμείς ισορροπούσαμε
εσείς ισορροπούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ισορροπούσαν
Αόριστος
εγώ ισορρόπησα
εσύ ισορρόπησες
αυτός / αυτή / αυτό ισορρόπησε
εμείς ισορροπήσαμε
εσείς ισορροπήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ισορρόπησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ισορροπήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ισορροπήσω
εσύ ισορροπήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ισορροπήσει
εμείς ισορροπήσουμε
εσείς ισορροπήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ισορροπήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ισορροπείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ισορρόπησε
εσείς ισορροπήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ισορροπήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary