HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ισοσκελίζω — definition

Conjugation of ισοσκελίζω

Regular CEFR B2

ενεργώ έτσι ώστε τα δύο σκέλη ενός αντικειμένου να είναι ίσα μεταξύ τους (λέγεται κυρίως για το ενεργητικό και το παθητικό ενός ισολογισμού) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ισοσκελίζω
εσύ ισοσκελίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ισοσκελίζει
εμείς ισοσκελίζουμε
εσείς ισοσκελίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ισοσκελίζουν
Παρατατικός
εγώ ισοσκέλιζα
εσύ ισοσκέλιζες
αυτός / αυτή / αυτό ισοσκέλιζε
εμείς ισοσκελίζαμε
εσείς ισοσκελίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ισοσκέλιζαν
Αόριστος
εγώ ισοσκέλισα
εσύ ισοσκέλισες
αυτός / αυτή / αυτό ισοσκέλισε
εμείς ισοσκελίσαμε
εσείς ισοσκελίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ισοσκέλισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ισοσκελίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ισοσκελίσω
εσύ ισοσκελίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ισοσκελίσει
εμείς ισοσκελίσουμε
εσείς ισοσκελίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ισοσκελίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ισοσκέλιζε
εσείς ισοσκελίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ισοσκέλισε
εσείς ισοσκελίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ισοσκελίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ισοσκελίζομαι
εσύ ισοσκελίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ισοσκελίζεται
εμείς ισοσκελιζόμαστε
εσείς ισοσκελίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ισοσκελίζονται
Παρατατικός
εγώ ισοσκελιζόμουν
εσύ ισοσκελιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ισοσκελιζόταν
εμείς ισοσκελιζόμασταν
εσείς ισοσκελιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ισοσκελίζονταν
Αόριστος
εγώ ισοσκελίστηκα
εσύ ισοσκελίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ισοσκελίστηκε
εμείς ισοσκελιστήκαμε
εσείς ισοσκελιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ισοσκελίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ισοσκελιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ισοσκελιστώ
εσύ ισοσκελιστείς
αυτός / αυτή / αυτό ισοσκελιστεί
εμείς ισοσκελιστούμε
εσείς ισοσκελιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ισοσκελιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ισοσκελίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ισοσκελίσου
εσείς ισοσκελιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ισοσκελιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary