Conjugation of θέλω
/ˈθelo/έχω την επιθυμία να αποκτήσω ή να κάνω κάτι, επιδιώκω ή απαιτώ Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | θέλω |
| εσύ | θέλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θέλει |
| εμείς | θέλουμε |
| εσείς | θέλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θέλουν² (θένε) |
Παρατατικός
| εγώ | ήθελα |
| εσύ | ήθελες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ήθελε |
| εμείς | θέλαμε |
| εσείς | θέλατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ήθελαν |
Αόριστος
| εγώ | θέλησα |
| εσύ | θέλησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θέλησε |
| εμείς | θελήσαμε |
| εσείς | θελήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θέλησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα θελήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | θελήσω |
| εσύ | θελήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θελήσει |
| εμείς | θελήσουμε |
| εσείς | θελήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θελήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | θέλε |
| εσείς | θέλετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | θέλησε |
| εσείς | θελήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | θελήσει |