HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← θέλω — definition

Conjugation of θέλω

Regular CEFR A1
ˈθelo

έχω την επιθυμία να αποκτήσω ή να κάνω κάτι, επιδιώκω ή απαιτώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θέλω
εσύ θέλεις
αυτός / αυτή / αυτό θέλει
εμείς θέλουμε
εσείς θέλετε
αυτοί / αυτές / αυτά θέλουν² (θένε)
Παρατατικός
εγώ ήθελα
εσύ ήθελες
αυτός / αυτή / αυτό ήθελε
εμείς θέλαμε
εσείς θέλατε
αυτοί / αυτές / αυτά ήθελαν
Αόριστος
εγώ θέλησα
εσύ θέλησες
αυτός / αυτή / αυτό θέλησε
εμείς θελήσαμε
εσείς θελήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά θέλησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θελήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θελήσω
εσύ θελήσεις
αυτός / αυτή / αυτό θελήσει
εμείς θελήσουμε
εσείς θελήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά θελήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ θέλε
εσείς θέλετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θέλησε
εσείς θελήστε
Απαρέμφατο αορίστου
θελήσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary