HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← θάλλω — definition

Conjugation of θάλλω

Regular CEFR B1
ˈθa.lo

ανθίζω, ανθοφορώ, βγάζω λουλούδια Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θάλλω
εσύ θάλλεις
αυτός / αυτή / αυτό θάλλει
εμείς θάλλουμε
εσείς θάλλετε
αυτοί / αυτές / αυτά θάλλουν
Παρατατικός
εγώ έθαλλα
εσύ έθαλλες
αυτός / αυτή / αυτό έθαλλε
εμείς θάλλαμε
εσείς θάλλατε
αυτοί / αυτές / αυτά έθαλλαν
Αόριστος
εγώ έθαλα
εσύ έθαλες
αυτός / αυτή / αυτό έθαλε
εμείς θάλαμε
εσείς θάλατε
αυτοί / αυτές / αυτά έθαλαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θάλω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θάλω
εσύ θάλεις
αυτός / αυτή / αυτό θάλει
εμείς θάλουμε
εσείς θάλετε
αυτοί / αυτές / αυτά θάλουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς θάλλετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς θάλετε
Απαρέμφατο αορίστου
θάλει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary