HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← θάλπω — definition

Conjugation of θάλπω

Regular CEFR B1
ˈθal.po

εκπέμπω ή μεταδίδω ήπια και ευχάριστη ζέστη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θάλπω
εσύ θάλπεις
αυτός / αυτή / αυτό θάλπει
εμείς θάλπουμε
εσείς θάλπετε
αυτοί / αυτές / αυτά θάλπουν
Παρατατικός
εγώ έθαλπα
εσύ έθαλπες
αυτός / αυτή / αυτό έθαλπε
εμείς θάλπαμε
εσείς θάλπατε
αυτοί / αυτές / αυτά έθαλπα
Αόριστος
εγώ έθαλψα
εσύ έθαλψες
αυτός / αυτή / αυτό έθαλψε
εμείς θάλψαμε
εσείς θάλψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έθαλψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θάλψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θάλψω
εσύ θάλψεις
αυτός / αυτή / αυτό θάλψει
εμείς θάλψουμε
εσείς θάλψετε
αυτοί / αυτές / αυτά θάλψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ θάλπε
εσείς θάλπετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θάλψε
εσείς θάλψτε
Απαρέμφατο αορίστου
θάλψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary