HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ηχώ — definition

Conjugation of ηχώ

Regular CEFR C2
iˈxo

ακούγομαι με έναν ορισμένο τρόπο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ηχώ
εσύ ηχείς
αυτός / αυτή / αυτό ηχεί
εμείς ηχούμε
εσείς ηχείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ηχούν
Παρατατικός
εγώ ηχούσα
εσύ ηχούσες
αυτός / αυτή / αυτό ηχούσε
εμείς ηχούσαμε
εσείς ηχούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ηχούσαν
Αόριστος
εγώ ήχησα
εσύ ήχησες
αυτός / αυτή / αυτό ήχησε
εμείς ηχήσαμε
εσείς ηχήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ήχησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ηχήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ηχήσω
εσύ ηχήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ηχήσει
εμείς ηχήσουμε
εσείς ηχήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ηχήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ηχείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ήχησε
εσείς ηχήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ηχήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary