HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← θάβω — definition

Conjugation of θάβω

Regular CEFR B1
ˈθa.vo

σκεπάζω με χώμα κάτι που βρίσκεται στην επιφάνεια Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θάβω
εσύ θάβεις
αυτός / αυτή / αυτό θάβει
εμείς θάβουμε
εσείς θάβετε
αυτοί / αυτές / αυτά θάβουν
Παρατατικός
εγώ έθαβα
εσύ έθαβες
αυτός / αυτή / αυτό έθαβε
εμείς θάβαμε
εσείς θάβατε
αυτοί / αυτές / αυτά έθαβαν
Αόριστος
εγώ έθαψα
εσύ έθαψες
αυτός / αυτή / αυτό έθαψε
εμείς θάψαμε
εσείς θάψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έθαψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θάψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θάψω
εσύ θάψεις
αυτός / αυτή / αυτό θάψει
εμείς θάψουμε
εσείς θάψετε
αυτοί / αυτές / αυτά θάψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ θάβε
εσείς θάβετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θάψε
εσείς θάψτε
Απαρέμφατο αορίστου
θάψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θάβομαι
εσύ θάβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό θάβεται
εμείς θαβόμαστε
εσείς θάβεστε
αυτοί / αυτές / αυτά θάβονται
Παρατατικός
εγώ θαβόμουν
εσύ θαβόσουν
αυτός / αυτή / αυτό θαβόταν
εμείς θαβόμασταν
εσείς θαβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά θάβονταν
Αόριστος
εγώ θάφτηκα
εσύ θάφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό θάφτηκε
εμείς θαφτήκαμε
εσείς θαφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά θάφτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θαφτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θαφτώ
εσύ θαφτείς
αυτός / αυτή / αυτό θαφτεί
εμείς θαφτούμε
εσείς θαφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά θαφτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς θάβεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θάψου
εσείς θαφτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
θαφτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary