Conjugation of ζυγίζω
ziˈʝi.zoκάνω να συμπέσει ο διαμήκης άξονας του πλοίου με τον άξονα του στενού ή της διώρυγας που πρόκειται να διαπλεύσει Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ζυγίζω |
| εσύ | ζυγίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζυγίζει |
| εμείς | ζυγίζουμε |
| εσείς | ζυγίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζυγίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ζύγιζα |
| εσύ | ζύγιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζύγιζε |
| εμείς | ζυγίζαμε |
| εσείς | ζυγίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζύγιζαν |
Αόριστος
| εγώ | ζύγισα |
| εσύ | ζύγισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζύγισε |
| εμείς | ζυγίσαμε |
| εσείς | ζυγίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζύγισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ζυγίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ζυγίσω |
| εσύ | ζυγίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζυγίσει |
| εμείς | ζυγίσουμε |
| εσείς | ζυγίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζυγίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ζύγιζε |
| εσείς | ζυγίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ζύγισε |
| εσείς | ζυγίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ζυγίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ζυγίζομαι |
| εσύ | ζυγίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζυγίζεται |
| εμείς | ζυγιζόμαστε |
| εσείς | ζυγίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζυγίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ζυγιζόμουν |
| εσύ | ζυγιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζυγιζόταν |
| εμείς | ζυγιζόμασταν |
| εσείς | ζυγιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζυγίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ζυγίστηκα |
| εσύ | ζυγίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζυγίστηκε |
| εμείς | ζυγιστήκαμε |
| εσείς | ζυγιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζυγίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ζυγιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ζυγιστώ |
| εσύ | ζυγιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζυγιστεί |
| εμείς | ζυγιστούμε |
| εσείς | ζυγιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζυγιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ζυγίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ζυγίσου |
| εσείς | ζυγιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ζυγιστεί |