HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ζυγίζω — definition

Conjugation of ζυγίζω

Regular CEFR C2
ziˈʝi.zo

κάνω να συμπέσει ο διαμήκης άξονας του πλοίου με τον άξονα του στενού ή της διώρυγας που πρόκειται να διαπλεύσει Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ζυγίζω
εσύ ζυγίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ζυγίζει
εμείς ζυγίζουμε
εσείς ζυγίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ζυγίζουν
Παρατατικός
εγώ ζύγιζα
εσύ ζύγιζες
αυτός / αυτή / αυτό ζύγιζε
εμείς ζυγίζαμε
εσείς ζυγίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ζύγιζαν
Αόριστος
εγώ ζύγισα
εσύ ζύγισες
αυτός / αυτή / αυτό ζύγισε
εμείς ζυγίσαμε
εσείς ζυγίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ζύγισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ζυγίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ζυγίσω
εσύ ζυγίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ζυγίσει
εμείς ζυγίσουμε
εσείς ζυγίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ζυγίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ζύγιζε
εσείς ζυγίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ζύγισε
εσείς ζυγίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ζυγίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ζυγίζομαι
εσύ ζυγίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ζυγίζεται
εμείς ζυγιζόμαστε
εσείς ζυγίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ζυγίζονται
Παρατατικός
εγώ ζυγιζόμουν
εσύ ζυγιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ζυγιζόταν
εμείς ζυγιζόμασταν
εσείς ζυγιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ζυγίζονταν
Αόριστος
εγώ ζυγίστηκα
εσύ ζυγίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ζυγίστηκε
εμείς ζυγιστήκαμε
εσείς ζυγιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ζυγίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ζυγιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ζυγιστώ
εσύ ζυγιστείς
αυτός / αυτή / αυτό ζυγιστεί
εμείς ζυγιστούμε
εσείς ζυγιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ζυγιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ζυγίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ζυγίσου
εσείς ζυγιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ζυγιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary