HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ζηλεύω — definition

Conjugation of ζηλεύω

Regular CEFR B2
ziˈlevo

διακατέχομαι από παροδικά ή μόνιμα συναισθήματα ζήλιας, κτητικότητας απέναντι στον ερωτικό μου σύντροφο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ζηλεύω
εσύ ζηλεύεις
αυτός / αυτή / αυτό ζηλεύει
εμείς ζηλεύουμε
εσείς ζηλεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά ζηλεύουν
Παρατατικός
εγώ ζήλευα
εσύ ζήλευες
αυτός / αυτή / αυτό ζήλευε
εμείς ζηλεύαμε
εσείς ζηλεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά ζήλευαν
Αόριστος
εγώ ζήλεψα
εσύ ζήλεψες
αυτός / αυτή / αυτό ζήλεψε
εμείς ζηλέψαμε
εσείς ζηλέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά ζήλεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ζηλέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ζηλέψω
εσύ ζηλέψεις
αυτός / αυτή / αυτό ζηλέψει
εμείς ζηλέψουμε
εσείς ζηλέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά ζηλέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ζήλευε
εσείς ζηλεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ζήλεψε
εσείς ζηλέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
ζηλέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ζηλεύομαι
εσύ ζηλεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ζηλεύεται
εμείς ζηλευόμαστε
εσείς ζηλεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ζηλεύονται
Παρατατικός
εγώ ζηλευόμουν
εσύ ζηλευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ζηλευόταν
εμείς ζηλευόμασταν
εσείς ζηλευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ζηλεύονταν
Αόριστος
εγώ ζηλεύτηκα
εσύ ζηλεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό ζηλεύτηκε
εμείς ζηλευτήκαμε
εσείς ζηλευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ζηλεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ζηλευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ζηλευτώ
εσύ ζηλευτείς
αυτός / αυτή / αυτό ζηλευτεί
εμείς ζηλευτούμε
εσείς ζηλευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ζηλευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ζηλεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ζηλέψου
εσείς ζηλευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ζηλευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary