Conjugation of ζηλεύω
ziˈlevoδιακατέχομαι από παροδικά ή μόνιμα συναισθήματα ζήλιας, κτητικότητας απέναντι στον ερωτικό μου σύντροφο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ζηλεύω |
| εσύ | ζηλεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζηλεύει |
| εμείς | ζηλεύουμε |
| εσείς | ζηλεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζηλεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | ζήλευα |
| εσύ | ζήλευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζήλευε |
| εμείς | ζηλεύαμε |
| εσείς | ζηλεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζήλευαν |
Αόριστος
| εγώ | ζήλεψα |
| εσύ | ζήλεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζήλεψε |
| εμείς | ζηλέψαμε |
| εσείς | ζηλέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζήλεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ζηλέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ζηλέψω |
| εσύ | ζηλέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζηλέψει |
| εμείς | ζηλέψουμε |
| εσείς | ζηλέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζηλέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ζήλευε |
| εσείς | ζηλεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ζήλεψε |
| εσείς | ζηλέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ζηλέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ζηλεύομαι |
| εσύ | ζηλεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζηλεύεται |
| εμείς | ζηλευόμαστε |
| εσείς | ζηλεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζηλεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | ζηλευόμουν |
| εσύ | ζηλευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζηλευόταν |
| εμείς | ζηλευόμασταν |
| εσείς | ζηλευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζηλεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | ζηλεύτηκα |
| εσύ | ζηλεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζηλεύτηκε |
| εμείς | ζηλευτήκαμε |
| εσείς | ζηλευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζηλεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ζηλευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ζηλευτώ |
| εσύ | ζηλευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζηλευτεί |
| εμείς | ζηλευτούμε |
| εσείς | ζηλευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζηλευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ζηλεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ζηλέψου |
| εσείς | ζηλευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ζηλευτεί |