Conjugation of ερμηνεύω
eɾ.miˈne.voπροσπαθώ να επεξηγήσω κάτι, βασιζόμενος στις δικές μου γνώσεις και πιστεύω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ερμηνεύω |
| εσύ | ερμηνεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ερμηνεύει |
| εμείς | ερμηνεύουμε |
| εσείς | ερμηνεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ερμηνεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | ερμήνευα |
| εσύ | ερμήνευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ερμήνευε |
| εμείς | ερμηνεύαμε |
| εσείς | ερμηνεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ερμήνευαν |
Αόριστος
| εγώ | ερμήνευσα |
| εσύ | ερμήνευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ερμήνευσε |
| εμείς | ερμηνεύσαμε |
| εσείς | ερμηνεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ερμήνευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ερμηνεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ερμηνεύσω |
| εσύ | ερμηνεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ερμηνεύσει |
| εμείς | ερμηνεύσουμε |
| εσείς | ερμηνεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ερμηνεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ερμήνευε |
| εσείς | ερμηνεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ερμήνευσε |
| εσείς | ερμηνεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ερμηνεύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ερμηνεύομαι |
| εσύ | ερμηνεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ερμηνεύεται |
| εμείς | ερμηνευόμαστε |
| εσείς | ερμηνεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ερμηνεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | ερμηνευόμουν |
| εσύ | ερμηνευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ερμηνευόταν |
| εμείς | ερμηνευόμασταν |
| εσείς | ερμηνευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ερμηνεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | ερμηνεύτηκα |
| εσύ | ερμηνεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ερμηνεύτηκε |
| εμείς | ερμηνευτήκαμε |
| εσείς | ερμηνευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ερμηνεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ερμηνευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ερμηνευτώ |
| εσύ | ερμηνευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ερμηνευτεί |
| εμείς | ερμηνευτούμε |
| εσείς | ερμηνευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ερμηνευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ερμηνεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ερμηνεύσου |
| εσείς | ερμηνευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ερμηνευτεί |