HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ερμηνεύω — definition

Conjugation of ερμηνεύω

Regular CEFR B2
eɾ.miˈne.vo

προσπαθώ να επεξηγήσω κάτι, βασιζόμενος στις δικές μου γνώσεις και πιστεύω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ερμηνεύω
εσύ ερμηνεύεις
αυτός / αυτή / αυτό ερμηνεύει
εμείς ερμηνεύουμε
εσείς ερμηνεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά ερμηνεύουν
Παρατατικός
εγώ ερμήνευα
εσύ ερμήνευες
αυτός / αυτή / αυτό ερμήνευε
εμείς ερμηνεύαμε
εσείς ερμηνεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά ερμήνευαν
Αόριστος
εγώ ερμήνευσα
εσύ ερμήνευσες
αυτός / αυτή / αυτό ερμήνευσε
εμείς ερμηνεύσαμε
εσείς ερμηνεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ερμήνευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ερμηνεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ερμηνεύσω
εσύ ερμηνεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό ερμηνεύσει
εμείς ερμηνεύσουμε
εσείς ερμηνεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ερμηνεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ερμήνευε
εσείς ερμηνεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ερμήνευσε
εσείς ερμηνεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
ερμηνεύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ερμηνεύομαι
εσύ ερμηνεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ερμηνεύεται
εμείς ερμηνευόμαστε
εσείς ερμηνεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ερμηνεύονται
Παρατατικός
εγώ ερμηνευόμουν
εσύ ερμηνευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ερμηνευόταν
εμείς ερμηνευόμασταν
εσείς ερμηνευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ερμηνεύονταν
Αόριστος
εγώ ερμηνεύτηκα
εσύ ερμηνεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό ερμηνεύτηκε
εμείς ερμηνευτήκαμε
εσείς ερμηνευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ερμηνεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ερμηνευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ερμηνευτώ
εσύ ερμηνευτείς
αυτός / αυτή / αυτό ερμηνευτεί
εμείς ερμηνευτούμε
εσείς ερμηνευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ερμηνευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ερμηνεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ερμηνεύσου
εσείς ερμηνευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ερμηνευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary