HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← επισείω — definition

Conjugation of επισείω

Regular CEFR B1
epiˈsio

προκαλώ φόβο λέγοντας κάτι, εκφοβίζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επισείω
εσύ επισείεις
αυτός / αυτή / αυτό επισείει
εμείς επισείουμε
εσείς επισείετε
αυτοί / αυτές / αυτά επισείουν
Παρατατικός
εγώ επέσεια
εσύ επέσειες
αυτός / αυτή / αυτό επέσειε
εμείς επισείαμε
εσείς επισείατε
αυτοί / αυτές / αυτά επέσειαν
Αόριστος
εγώ επέσεισα
εσύ επέσεισες
αυτός / αυτή / αυτό επέσεισε
εμείς επισείσαμε
εσείς επισείσατε
αυτοί / αυτές / αυτά επέσεισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επισείσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επισείσω
εσύ επισείσεις
αυτός / αυτή / αυτό επισείσει
εμείς επισείσουμε
εσείς επισείσετε
αυτοί / αυτές / αυτά επισείσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ επίσειε
εσείς επισείετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επίσεισε
εσείς επισείστε
Απαρέμφατο αορίστου
επισείσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επισείομαι
εσύ επισείεσαι
αυτός / αυτή / αυτό επισείεται
εμείς επισειόμαστε
εσείς επισείεστε
αυτοί / αυτές / αυτά επισείονται
Παρατατικός
εγώ επισειόμουν
εσύ επισειόσουν
αυτός / αυτή / αυτό επισειόταν
εμείς επισειόμασταν
εσείς επισειόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά επισείονταν
Αόριστος
εγώ επισείστηκα
εσύ επισείστηκες
αυτός / αυτή / αυτό επισείστηκε
εμείς επισειστήκαμε
εσείς επισειστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά επισείστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επισειστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επισειστώ
εσύ επισειστείς
αυτός / αυτή / αυτό επισειστεί
εμείς επισειστούμε
εσείς επισειστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά επισειστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επισείεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επισείσου
εσείς επισειστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
επισειστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary