Conjugation of επισημαίνω
e.pi.siˈme.noανακαλύπτω τη θέση κάποιου ή ενός αντικειμένου (πχ σ' έναν χάρτη, συσκευή σόναρ, κτλ) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επισημαίνω |
| εσύ | επισημαίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επισημαίνει |
| εμείς | επισημαίνουμε |
| εσείς | επισημαίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επισημαίνουν |
Παρατατικός
| εγώ | επισήμαινα |
| εσύ | επισήμαινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επισήμαινε |
| εμείς | επισημαίναμε |
| εσείς | επισημαίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επισήμαιναν |
Αόριστος
| εγώ | επισήμανα |
| εσύ | επισήμανες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επισήμανε |
| εμείς | επισημάναμε |
| εσείς | επισημάνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επισήμαναν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επισημάνω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επισημάνω |
| εσύ | επισημάνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επισημάνει |
| εμείς | επισημάνουμε |
| εσείς | επισημάνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επισημάνουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | επισήμαινε |
| εσείς | επισημαίνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | επισήμανε |
| εσείς | επισημάνετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επισημάνει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επισημαίνομαι |
| εσύ | επισημαίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | επισημαίνεται |
| εμείς | επισημαινόμαστε |
| εσείς | επισημαίνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επισημαίνονται |
Παρατατικός
| εγώ | επισημαινόμουν |
| εσύ | επισημαινόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | επισημαινόταν |
| εμείς | επισημαινόμασταν |
| εσείς | επισημαινόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επισημαίνονταν |
Αόριστος
| εγώ | επισημάνθηκα |
| εσύ | επισημάνθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επισημάνθηκε |
| εμείς | επισημανθήκαμε |
| εσείς | επισημανθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επισημάνθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επισημανθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επισημανθώ |
| εσύ | επισημανθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | επισημανθεί |
| εμείς | επισημανθούμε |
| εσείς | επισημανθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επισημανθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | επισημαίνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | επισημανθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επισημανθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.