Conjugation of ελκύω
elˈci.oτραβάω το ενδιαφέρον και την προσοχή λόγω της ομορφιάς μου ή κάποιου άλλου χαρίσματος Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ελκύω |
| εσύ | ελκύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ελκύει |
| εμείς | ελκύουμε |
| εσείς | ελκύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ελκύουν |
Παρατατικός
| εγώ | είλκυα |
| εσύ | είλκυες |
| αυτός / αυτή / αυτό | είλκυε |
| εμείς | ελκύαμε |
| εσείς | ελκύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | είλκυαν |
Αόριστος
| εγώ | είλκυσα |
| εσύ | είλκυσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | είλκυσε |
| εμείς | ελκύσαμε |
| εσείς | ελκύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | είλκυσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ελκύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ελκύσω |
| εσύ | ελκύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ελκύσει |
| εμείς | ελκύσουμε |
| εσείς | ελκύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ελκύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | έλκυε |
| εσείς | ελκύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | έλκυσε |
| εσείς | ελκύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ελκύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ελκύομαι |
| εσύ | ελκύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ελκύεται |
| εμείς | ελκυόμαστε |
| εσείς | ελκύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ελκύονται |
Παρατατικός
| εγώ | ελκυόμουν |
| εσύ | ελκυόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ελκυόταν |
| εμείς | ελκυόμασταν |
| εσείς | ελκυόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ελκύονταν |
Αόριστος
| εγώ | ελκύστηκα |
| εσύ | ελκύστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ελκύστηκε |
| εμείς | ελκυστήκαμε |
| εσείς | ελκυστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ελκύστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ελκυστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ελκυστώ |
| εσύ | ελκυστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ελκυστεί |
| εμείς | ελκυστούμε |
| εσείς | ελκυστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ελκυστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ελκύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ελκύσου |
| εσείς | ελκυστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ελκυστεί |