HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ελκύω — definition

Conjugation of ελκύω

Regular CEFR B1
elˈci.o

τραβάω το ενδιαφέρον και την προσοχή λόγω της ομορφιάς μου ή κάποιου άλλου χαρίσματος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ελκύω
εσύ ελκύεις
αυτός / αυτή / αυτό ελκύει
εμείς ελκύουμε
εσείς ελκύετε
αυτοί / αυτές / αυτά ελκύουν
Παρατατικός
εγώ είλκυα
εσύ είλκυες
αυτός / αυτή / αυτό είλκυε
εμείς ελκύαμε
εσείς ελκύατε
αυτοί / αυτές / αυτά είλκυαν
Αόριστος
εγώ είλκυσα
εσύ είλκυσες
αυτός / αυτή / αυτό είλκυσε
εμείς ελκύσαμε
εσείς ελκύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά είλκυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ελκύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ελκύσω
εσύ ελκύσεις
αυτός / αυτή / αυτό ελκύσει
εμείς ελκύσουμε
εσείς ελκύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ελκύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ έλκυε
εσείς ελκύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ έλκυσε
εσείς ελκύστε
Απαρέμφατο αορίστου
ελκύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ελκύομαι
εσύ ελκύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ελκύεται
εμείς ελκυόμαστε
εσείς ελκύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ελκύονται
Παρατατικός
εγώ ελκυόμουν
εσύ ελκυόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ελκυόταν
εμείς ελκυόμασταν
εσείς ελκυόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ελκύονταν
Αόριστος
εγώ ελκύστηκα
εσύ ελκύστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ελκύστηκε
εμείς ελκυστήκαμε
εσείς ελκυστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ελκύστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ελκυστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ελκυστώ
εσύ ελκυστείς
αυτός / αυτή / αυτό ελκυστεί
εμείς ελκυστούμε
εσείς ελκυστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ελκυστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ελκύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ελκύσου
εσείς ελκυστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ελκυστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary