HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εκλέγω — definition

Conjugation of εκλέγω

Regular CEFR B1
eˈkleɣo

διαλέγω με ψηφοφορία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκλέγω
εσύ εκλέγεις
αυτός / αυτή / αυτό εκλέγει
εμείς εκλέγουμε
εσείς εκλέγετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκλέγουν
Παρατατικός
εγώ εξέλεγα
εσύ εξέλεγες
αυτός / αυτή / αυτό εξέλεγε
εμείς εκλέγαμε
εσείς εκλέγατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξέλεγαν
Αόριστος
εγώ εξέλεξα
εσύ εξέλεξες
αυτός / αυτή / αυτό εξέλεξε
εμείς εκλέξαμε
εσείς εκλέξατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξέλεξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκλέξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκλέξω
εσύ εκλέξεις
αυτός / αυτή / αυτό εκλέξει
εμείς εκλέξουμε
εσείς εκλέξετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκλέξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκλέγετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς εκλέξτε
Απαρέμφατο αορίστου
εκλέξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκλέγομαι
εσύ εκλέγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εκλέγεται
εμείς εκλεγόμαστε
εσείς εκλέγεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εκλέγονται
Παρατατικός
εγώ εκλεγόμουν
εσύ εκλεγόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εκλεγόταν
εμείς εκλεγόμασταν
εσείς εκλεγόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εκλέγονταν
Αόριστος
εγώ εκλέχθηκα
εσύ εκλέχθηκες
αυτός / αυτή / αυτό εκλέχθηκε
εμείς εκλεχθήκαμε
εσείς εκλεχθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκλέχθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκλεχθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκλεχθώ
εσύ εκλεχθείς
αυτός / αυτή / αυτό εκλεχθεί
εμείς εκλεχθούμε
εσείς εκλεχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εκλεχθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκλέγεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εκλέξου
εσείς εκλεχθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εκλεχθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary