HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εκλείπω — definition

Conjugation of εκλείπω

Regular CEFR B1
ekˈli.po

σταματώ να υπάρχω, εξαφανίζομαι, χάνομαι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκλείπω
εσύ εκλείπεις
αυτός / αυτή / αυτό εκλείπει
εμείς εκλείπουμε
εσείς εκλείπετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκλείπουν
Παρατατικός
εγώ εξέλειπα
εσύ εξέλειπες
αυτός / αυτή / αυτό εξέλειπε
εμείς εκλείπαμε
εσείς εκλείπατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξέλειπαν
Αόριστος
εγώ εξέλειψα
εσύ εξέλειψες
αυτός / αυτή / αυτό εξέλειψε
εμείς εκλείψαμε
εσείς εκλείψατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξέλειψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκλείψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκλείψω
εσύ εκλείψεις
αυτός / αυτή / αυτό εκλείψει
εμείς εκλείψουμε
εσείς εκλείψετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκλείψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκλείπετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ έκλειψε
εσείς εκλείψτε
Απαρέμφατο αορίστου
εκλείψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary